Showing posts with label γλώσσα. Show all posts
Showing posts with label γλώσσα. Show all posts

Tuesday, March 9, 2010

Άνανδρη επίθεση... χοχο



"άνανδρη" επίθεση...

Αρκεί να βάλεις την έκφραση στο Google για να σου παραθέσει σωρεία χρήσεων στο στόμα στελεχών και αντιπροσώπων από όλες τις βαθμίδες της εξουσίας και της κοινωνίας.

Η γνωστή ανυποψίαστη ορολογία ξεστομίζεται με απόλυτη φυσικότητα σε αυτή τη χώρα και γίνεται κατανοητή, αντιληπτή, αποδεκτή.

Μακάρι να ήταν απλή γραφικότητα, αλλά ένα κοσμητικό επίθετο λέει πολλά για το συλλογικό συμβολικό υπόστρωμα.

Από γλωσσολογική σκοπιά, αξίζει να σκεφτούμε ότι
στα αγγλικά θα έλεγαν "cowardly" (μια δειλή επίθεση) και όχι βέβαια "unmanly"... λέξη που ακούγεται εντελώς φθαρμένη. Στα γαλλικά το ίδιο, "lâche", Ισπανικά "cobarde", Γερμανικά "feige", όροι χωρίς σεξιστικό χρώμα.


photo: the Box (snapshot from the movie)

Sunday, February 7, 2010

Ναι κύριε Γιανναρά, αλλά μήπως είναι πιο περίπλοκα τα πράγματα;




Σε σχέση με το παρακάτω άρθρο του Χ. Γιανναρά που αντιγράφω από την Καθημερινή
(07-02-10), έχω μια "απλή" ερώτηση: είναι άραγε τόσο σαφής και προκαθορισμένος ο ανθρωπολογικός τύπος που μας αφορά ή αυτός που επιδιώκουμε να πραγματώσουμε;

Δηλαδή, αν εσείς έχετε χαρτογραφήσει πλήρως και εκ των προτέρων την Ιθάκη, τί μοίρα επιφυλάσσετε σε όσους και όσες από μας ωριμάσαμε διατρέχοντας την απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και το veritas, την δημοκρατία και το res publica, πρόσωπo και persona, σε όσους από μας πήγαμε ίσως και πιο πέρα, εγκλωβιστήκαμε προς στιγμήν σε σιωπές ενδιάμεσες, αφουγκραστήκαμε κάποτε τους τρόπους της Τουρκικής γλώσσας ή κάποιας άλλης πιο ανατολικής παράδοσης, ερωτευτήκαμε σε άλλες γλώσσες, κλάψαμε σε άλλες γλώσσες και επιστρέψαμε και πάλι στην ελληνική με συντριβή, προβληματισμό, αγάπη, ελπίδα και όνειρο; Ποιός σας είπε ότι όσοι αλλόφυλοι μας μπόλιασαν με τη ζωή τους ήταν παγωμένοι τύποι μιας δυτικής αντίληψης και όχι (σαν και του λόγου μας) ταξειδευτές του κόσμου; Ποιός σας απέδειξε ότι τα πράγματα είναι αυστηρά έτσι ή αλλιώς; Είναι τελικά δυνατόν να παγώσουν οι κοινωνίες και να περιχαρακωθούν μέσα σε μια και μόνη κοσμοαντίληψη! Τί μένει από την γνώση όταν χαθεί η απορία;

Φυσικά με ενδιαφέρουν πολύ οι αγωνίες σας και το θέμα της γλώσσας αποτελεί πρωταρχικό μου μέλημα, πιστεύω δε ότι στην Ελλάδα έχουμε παραμελήσει αυτό το ουσιώδες της ιδιοσύστασής μας, όμως η λύση δεν είναι να αποποιηθούμε τον πλούτο μας... όσα σπέρματα αλλοφύλων ηδονικά συλλέξαμε και μας δηλητηρίασαν (ευτυχώς) ώστε να είμαστε σήμερα μπάσταρδα πνεύματα -και το λέω αυτό με έμφαση: πνεύματα. Δεν μιλώ για τους μιμητές της φόρμας, τους "σουλατσαδόρους" της επιφάνειας που ποτέ δεν είχαν φορτίο ιστορικής αποστολής, ποτέ δεν είχαν γόνιμο έδαφος για τα ατυχήματα της ερωτικής επιμειξίας. Μιλώ για όσους και όσες αγαπούν με πάθος το ταξίδι και αναζητούν διαρκώς μιαν επιστροφή, πιθανά ανέλπιδη αλλά και σωτήρια. Επιστροφή στο συμπαγές είναι του παρόντος χρόνου, ικανό να συμπεριλάβει το μέχρι πρότινος άρρητο και να εκπορεύσει την επική εξιστόρηση και τη λυρική παραμυθία εκ νέου.
Αν η αποδόμηση προέκυψε ως αναγκαιότητα μιας άλλης κοσμοαντίληψης, δεν καταλαβαίνω πως μπορούμε να οριοθετήσουμε αυτό το άλλο με τόσο συνοπτικές ιδεολογικές "φάτουα". Ας καυτηριάσουμε καλύτερα την κατάρα της σύγχρονης Ελλάδας, την μέγιστη κατάρα: την αποποίηση της ιστορικότητας χάριν μιας ανώδυνης ευκολίας του φαίνεσθαι.




Εξουσία που «αποδομεί» την κοινωνία

Tου Χρηστου Γιανναρα

Το να είσαι Ιταλός, Γάλλος, Βρετανός, Ελληνας ή ό, τι ανάλογο δεν δηλώνει μόνο μια συμβατική, κρατική υπηκοότητα. Δηλώνει ότι «ανήκεις» σε μια συλλογικότητα με μεγαλύτερη ή μικρότερη ώς τώρα διαδρομή στην ανθρώπινη Ιστορία – ανήκεις σε μια γλώσσα, σε μια συνείδηση κοινού παρελθόντος, σε κοινή νοο-τροπία, κοινό θησαύρισμα πείρας που παραδίνεται από γενιά σε γενιά και διαμορφώνει συν-ήθειες, ένα κοινό ήθος, περίπου συλλογικό χαρακτήρα.

Οταν στη μητρική σου γλώσσα (τη γλώσσα που σε πρωτομπόλιασε στην κοινή «λογική»: σε σκέψη και κρίση) η συλλογικότητα σημαίνεται ως «κοινωνία» (δυναμική σχέσεων, συμ-μετοχή και αλληλεξάρτηση στην πραγμάτωση της ζωής), δεν είναι δυνατό να έχεις την ίδια οπτική και την ίδια εκδοχή της πραγματικότητας με συνάνθρωπό σου, καθ’ όλα σεβαστόν και αγαπημένο, που στη μητρική του γλώσσα η συλλογικότητα είναι μόνο «societas», δηλαδή «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Αλλη νοο-τροπία και άλλα αντανακλαστικά σκέψης και πράξης διαμορφώνει το νοηματικό και βιωματικό φορτίο της λέξης «α-λήθεια» και άλλο της λέξης «veritas», διαφορετικό της λέξης «νόμος» και διαφορετικό της λέξης «lex» – το ίδιο και με αναρίθμητα ακόμη ζεύγη λέξεων: «λόγος» και «ratio», «πρόσωπο» και «persona», «δημοκρατία» και «res publica» κ. λπ., κ. λπ.

Διαφορετικόν ανθρωπολογικό τύπο διαμορφώνει μια συλλογικότητα με παρελθόν κατακτητικών κυρίως πολέμων, επιθετικών αναζητήσεων «ζωτικού χώρου», αποικιοκρατικών εθισμών, και διαφορετικόν μια άλλη που αιώνες πολλούς κυρίως αμυνόταν, επιβίωνε χάρη στην πανανθρώπινη εμβέλεια της πνευματικής της πραμάτειας. Διαφορετική νοο-τροπία και ήθος χαρακτηρίζει μια συλλογικότητα που η μεταφυσική της αναφορά ήταν πάντοτε ένας Θεός τιμωρός, αμείλικτος δικαστής και σαδιστής πατέρας, η «αμαρτία» παράβαση νόμου, ενοχή, εξαγοράσιμος κολασμός, και διαφορετική προκύπτει μια συλλογικότητα που ξέρει τον Θεό «νυμφίο», «εραστή μανικώτατον» του ανθρώπου και την αμαρτία «αστοχίαν», «απόπτωσιν από του στόχου», του στόχου πληρότητας της ζωής που είναι ο «όντως έρως».

Δεν ανήκουμε σε «εθνότητα», είναι ανεπαρκέστατη η λέξη. Ανήκουμε σε μια γλώσσα, σε μια κοινή ιστορική εμπειρία, σε μια παράδοση και συνέχεια πείρας, νοοτροπίας, μεταφυσικής ελπίδας. Αλλά αυτό το «ανήκειν», το «συνυπάρχειν» με κοινό, συνεκτικό της συλλογικότητας «τρόπο», βιώνεται και κατανοείται σε συνάρτηση πάντοτε με την καλλιέργεια του καθενός, το αισθητήριό του «ποιότητας» της ζωής.

Οι φτηνοί άνθρωποι του ό, τι φάμε ό, τι πιούμε και ό, τι τέλος πάντων ηδονικό αρπάξουμε, παρακάμπτουν το υπάρχειν (που είναι πάντοτε συνύπαρξη) και λογαριάζουν για ζωή το «έχειν»: Να κατέχουν, να εξουσιάζουν, να τα έχουν όλα υποταγμένα στις απαιτήσεις του εγώ. Καταλαβαίνουν τη συλλογικότητα μόνο σαν «κράτος» και το «ανήκειν» μόνο σαν συμβατική «υπηκοότητα». Λογαριάζουν το κράτος σαν εξουσιαστικό μηχανισμό διαχείρισης των κοινών και τους ενδιαφέρει μόνο για όσα χρηστικά τους παρέχει.

Πολύ συχνά, φτηνοί άνθρωποι ορέγονται τη διαχείριση του κράτους, την εξουσία της διαχείρισης. Οχι για να υπηρετήσουν τον δημιουργικό δυναμισμό της κοινωνικής συνοχής, τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, τη θησαυρισμένη παράδοση, τη μεταφυσική ελπίδα – είναι ευτελείς άνθρωποι, δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά. Διψάνε εξουσία από ιδιοτέλεια και μόνο: Να προβληθεί το εγώ τους, να εξαρτώνται όλοι οι άλλοι από αυτούς, να βρίσκονται συνεχώς στη δημοσιότητα, να εισπράττουν κολακείες και χειροκροτήματα. ΄Η για σκοπιμότητες χυδαίου ηδονισμού: Να μπορούν να κλέβουν το δημόσιο ταμείο, να διαπλέκονται με μεγιστάνες του πλούτου και να δωροδοκούνται, να ζουν με πολυτέλεια ονειρώδη για τις ικανότητές τους και την καταγωγική τους ανέχεια.

Αφού λογαριάζουν τη συλλογικότητα μόνο σαν χρηστικό δεδομένο, ωφελιμιστική πραγματικότητα, τι πιο φυσικό να είναι απάτριδες, διεθνιστές, συνεπέστατοι «αποδομιστές» κάθε μη χρηστικής εκδοχής των θεμελίων της συνύπαρξης – της γλώσσας, της παιδείας, της Ιστορίας, της Τέχνης, της πολιτικής, της μεταφυσικής. Και για να προσδώσουν εγκυρότητα στον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού, καταφεύγουν στην πιο αναχρονιστική και άκριτη ανάγνωση του Μαρξισμού: Βλέπουν τη συλλογικότητα να συγκροτείται μόνο στη «βάση» των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, επομένως ο πολιτισμός, οι διαφορές των πολιτισμών, η ποικιλία των παραδόσεων, δεν είναι παρά «εποικοδόμημα» σε αυτή την πρωτεύουσα βάση. Πώς λοιπόν να μην είναι πανέτοιμοι, παίρνοντας την εξουσία, να καταστρέψουν τη γλώσσα, να στρεβλώνουν και κατασυκοφαντήσουν την ιστορία του τόπου τους, να διασύρουν την αξιοπρέπεια του λαού τους, να χλευάσουν τη λαϊκή παράδοση και ευσέβεια, να πρακτορεύσουν (με το αζημίωτο) ξένα συμφέροντα;

Η καταφυγή της μηδενιστικής πολιτικής πρακτικής σε μαρξιστικά ψιμύθια, προκειμένου να εξωραϊστεί ο πρωτογονισμός της ακοινώνητης εγωκεντρικής ύπαρξης, δεν περιορίζει το σύμπτωμα σε μόνη την παράταξη της δήθεν Αριστεράς. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, η διαχείριση της Παιδείας ανατίθεται (από κάθε κυβέρνηση οποιουδήποτε κόμματος και πρωθυπουργού) σε άτομα του ανθρωπολογικού τύπου των «αποδομιστών». Και αν υπάρξουν διαμαρτυρίες για την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια αυτών των ατόμων, ξεσηκώνεται αμέσως μια θαυμαστά συντονισμένη συγχορδία υπερασπιστών της «αποδόμησης», συγχορδία από πριμαντόνες της δημοσιότητας που καλύπτουν όλο το «πολιτικό» φάσμα: από τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά ώς την πιο φανταιζίστικη τάχα και Αριστερά.

Οταν έγραφε ο Καβάφης: «... το άριστον εκείνο, Ελληνικός – ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν· εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν», απηχούσε μιαν επίγνωση της ελληνικότητας αυτονόητη στις μέρες του για μεγάλες πληθυσμικές ομάδες (όχι μόνο ελληνόφωνες). Από μια τέτοια επίγνωση (συνάρτηση καλλιέργειας) στερούν τον Ελληνισμό (τον ελλαδικό και της διασποράς) οι θλιβερές συμπλεγματικές φιγούρες που προσλαμβάνονται στο υπουργείο Παιδείας (με κάθε κυβέρνηση) για να οργανώσουν την κοινωνική άμυνα απέναντι στην απειλή του «εθνικισμού».

Οι πολλοί απλοί άνθρωποι που επενδύουν συναισθηματικά σε ιδεολογικές γενικότητες περί ενδόξων προγόνων και πρωτοπορίας άλλοτε στον πολιτισμό, δεν μπορούν πια να έχουν την επίγνωση της καβαφικής ελληνικότητας. Νιώθουν, όμως, να βιάζεται ο ψυχισμός τους από την πολιτική μεθοδικού αφελληνισμού της ελληνόφωνης (ακόμα) κοινωνίας. Και η μόνη λογική εξήγηση που βρίσκουν γι’ αυτό τον βιασμό, συνάγεται από συμπεριφορές που όζουν «πρακτοριλίκι». Δεν είναι μυστικό ότι ο «ξένος παράγων» θέλει από το ελλαδικό κρατίδιο να απεμπολήσει εσπευσμένα την ελληνικότητα της Κύπρου, της Μακεδονίας, του Αιγαίου – τουλάχιστον.

Ολα έχουν μια τιμή. Εκτός από την καβαφική ελληνικότητα.


(η φωτ. είναι από την ταινία carnival of souls)

Tuesday, August 18, 2009

Πατριωτισμός; (Με αφορμή ομώνυμο άρθρο στο TVXS)

Με αφορμή άρθρο με τίτλο "Πατριωτισμός;" στο TVXS

Αφού κυριαρχεί ο σκοταδισμός και η τυραννία κάθε είδους (στην παιδεία, στις σχέσεις, στην οικονομία), λογικό είναι να μην μπορούμε να κάνουμε διάλογο. Μας λείπουν τα εργαλεία.

Η γλώσσα βασίζεται στην κοινωνία και παρακμάζει όταν χαθεί η κοινωνική πίστη. Τί κυριαρχεί σήμερα γύρω μας; Η ανασφάλεια, ο φόβος και η επιθετικότητα για θέματα ταυτότητας. Πετυχημένος θεωρείται ο "βωβός" κυρίαρχος του παιχνιδιού (χωρίς κανόνες, με το "έτσι θέλω"). Ο επιτυχημένος στην Ελλάδα ξέρει τι κάνει και δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα. Είναι αδιάφανος τύραννος. Αν κάποιος μας μιλήσει τίμια και μας ανοιχτεί, αν αναλάβει την ευθύνη των απόψεών του και προσπαθήσει να μας συμπεριλάβει, τον θεωρούμε αμέσως αδύναμο και τον απαξιώνουμε. Απεχθανόμαστε το καινούργιο που θα έθετε υπό αμφισβήτηση τις προκαταλήψεις μας. Σιχαινόμαστε την δοκιμασία της πραγματικότητας. Προτιμάμε να προσποιούμαστε ότι όλα προχωρούν έτσι κι αλλιώς νομοτελειακά και ότι τα προβλήματα θα λυθούν αν τα αγνοήσουμε. Τελικά, δεν συντασσόμαστε με τους ανθρώπους που προσπαθούν να αλλάξουν κάτι. Προτιμάμε αυτούς που δρουν υπόγεια, χωρίς εμάς. Τους αφέντες. Αρκεί να μας προσφέρουν μια συμβατική επιφάνεια που να μην ενοχλεί τις βεβαιότητές μας.

Ακόμη και στην καθημερινότητα, αναζητάμε διαρκώς δικαιολογίες για να μην έχουμε ευθύνες. Άλλο τα μεγάλα λόγια κι άλλο η πεζή καθημερινότητα, όπου όλα επιτρέπονται αν μπορούμε να βγούμε τελικά από πάνω και καθαροί. Μας έχει γίνει βίωμα και μας βολεύει η αδιαφάνεια, ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούμε να δρούμε εξ'ίσου αυθαίρετα με τα αφεντικά μας, εις βάρος των "κορόϊδων".

Εγώ θα μείνω στην αγάπη για τη γλώσσα και θα θυμίσω που οδεύει ο συρμός: από τη μια μεριά οι ιδεοληπτικοί σχολαστικιστές, από την άλλη το χύμα της ασύδοτης κερδοσκοπίας. Δεν υπάρχει πλέον μοδάτο event ή εικαστική παρουσίαση που να τιμούν τη γλώσσα που μας συνδέει, τα ελληνικά. Οι νέοι μας σπρώχτηκαν κι αυτοί να γυρίζουν την πλάτη στην πραγματικότητα, να κρύβουν αυτό που είναι και να παριστάνουν κάτι, να ποζάρουν. Ακόμη κι όταν εξεγείρονται, η ορμή τους παγιδεύεται στους παραμορφωτικούς καθρέφτες μας. Η κοινωνία μας έμαθε να καθρεφτίζεται σε παραμορφωτικούς καθρέφτες και να παπαγαλίζει πράγματα.

Όταν λέω ότι πάψαμε να τιμάμε τη κοινή μας γλώσσα ...κατ'ουσίαν, εννοώ οποιαδήποτε αυθεντικά ζωντανή γλώσσα -γιατί είναι παρωδία να χρησιμοποιείς τα αγγλικά από ψώνιο. Το γενικευμένο μαϊμούδισμα, η διάθεση να ακουγόμαστε σαν κάτι άλλο από αυτό που είμαστε είναι το σύμπτωμα της υποχώρησης της γλώσσας μας και της υποβάθμισης της αντιληπτικής και κριτικής μας ικανότητας σαν κοινωνία.

Δουλεύοντας χρόνια επαγγελματικά με τα Αγγλικά και τα Γαλλικά, τον περισσότερο καιρό θλίβομαι να βλέπω πως η ημιμάθεια και ο ναρκισισμός έχουν το πάνω χέρι και κακοποιούν όλες τις γλώσσες και κυρίως τα Ελληνικά, τα οποία έχουν παραδοθεί στους γραφικούς τηλε-εθνικιστές. Βέβαια, αρκεί να δει κανείς και το ποιόν των υπουργών πολιτισμού που έχουν παρελάσει τα τελευταία χρόνια...

Η πολιτική και οι διάφορες συμφεροντολόγες ελίτ αυτού του τόπου (τα τζάκια και οι νεόπλουτοι φίλοι τους) εκπροσωπούν ότι πιο μαύρο και έχουν προδώσει τον τόπο. Η αριστερά έχει επίσης χάσει τον προσανατολισμό της παραδομένη σε ιδεολογικό παραλήρημα. Ποιός παλεύει για τα στοιχειώδη της δημοκρατίας; Πώς να υπάρξει δημοκρατία χωρίς λόγο και ήθος; Οι περισσότεροι ενδιαφέρονται μόνο για το προσωπικό τους συμφέρον.

Μας έχει τσακίσει λοιπόν η διαφθορά. Ο καρκίνος του πολιτεύματος. Η αρρώστεια των κομματικών μηχανισμών και των πελατών τους.

Η απαίτηση ποιοτικής παιδείας για όλους και η παρότρυνση στην αριστεία, η αξιοκρατία, είναι οι παράμετροι που ορίζουν το πλαίσιο που καθορίζει την πολιτική ποιότητα του καθενός από μας. Όποιος νοιάζεται για τους ανθρώπους αυτού του τόπου νοιάζεται για την γλώσσα και την κριτική παιδεία (όχι την κατήχηση σε δόγματα).

Κι έχουμε όλοι ευθύνη για κάθε τι: για τους ανθρώπους που ψηφίζουμε, για τους δημάρχους, για τους δημοφιλείς παίχτες στο έργο που λέγεται σύγχρονη Ελλάδα, για τους αποκλεισμένους, τους εξοστρακισμένους και τους σκουπιδοποιημένους. Αλλά και για τους συνεργάτες μας, τους κολλητούς, τους αγαπημένους και για τον εαυτό μας και τις δράσεις μας.

Ας είμαστε λιγότερο μικρόψυχοι, τεμπέληδες και μηδενιστές την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να πάρουμε μιαν απόφαση.

Ας νοιαστούμε περισσότερο για το σύνολο.

Tuesday, July 7, 2009

Θα μείνω σπίτι μαμά



Επειδή το όζον χτυπάει τα βορειονατολικά προάστεια κι εσύ έχεις ευαίσθητα πνευμόνια, επειδή τα μικροσωμάτια πνίγουν το κέντρο και δεν μπορώ άλλο να τα καταπίνω, επειδή χθες πήγα για καθαρισμό δοντιών στο Κολωνάκι -για να φτάσω άλλαξα τρεις συγκοινωνίες. Ήμουν με τις χαβανέζικες σαγιονάρες και γύρισα σπίτι μέσω Αθηνάς, με 5 ευρώ στην τσέπη μαμά και σταμάτησα σε ένα σταθμαρχείο του ΗΣΑΠ στην Ομόνοια και είπα "δεν βλέπετε αυτούς εκεί, σαπίζουν ζωντανοί, δεν σας σοκάρει;" και μου είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ο πατέρας μου το έχει μαράζι, ξέρω, ότι δεν αξιοποιώ τις γνώσεις μου. Δεν πρόκειται να γίνω άνθρωπος και να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, τις γόβες και το κινητό μου, να έχω εμφάνιση καθηγήτριας αγγλικών, ή υπαλλήλου γραφείου, έστω να είμαι σαν τηλεπαρουσιάστρια κι εν πάση περιπτώσει, να χρεώνω πάνω από πενηντάρι την ώρα. Για να λέμε την αλήθεια, όταν ήμουν ακόμη αθώα και ανοιχτή σε αλητεία, δεν μου ζήτησε κανείς να χωθώ κάπου και να πληρώνομαι χωρίς να δουλεύω. Δυστυχώς δεν έμαθα ούτε να ξεχωρίζω τους άντρες με βάση το στενό συμφέρον μου, πώς θα τους φάω κάνα σπίτι μετά τον γάμο, ούτε μπήκα σε κότερο μεγαλοεπιχειρηματία ώστε να έχω μια φωτογραφία στη συλλογή μου την ώρα που ρουφάω κόκα. Ίσως να φταίει που δεν είχα ποτέ όρεξη για σεξ με χλιδάτους, ή για ναρκωτικά. Δεν με τραβάγανε. Περίεργο πράγμα. Σίγουρα μιλάω καλούτσικα τις ξένες γλώσσες αλλά αναρωτιέμαι τι στο καλό ωφελεί. Αφού αποδεδειγμένα δεν χρειάζεται να μιλάμε. Η δεκατετράχρονη ανηψιά του Γιώργου λέει πως δεν θέλει να κάνει παιδιά.

Είναι κάτι τουρίστες που χώνουν ένα καλαμάκι σε καρπουζοχυμό με βόντκα, ξαπλώνονται στo Πάρανταϊς ή στο τάδε θέρετρο της Ρόδου. Όμως είναι σαφές. Η γρίπη των χοίρων πρόκειται να θερίσει τα βαρειά στάχυα και τα νωπά κι ευαίσθητα. Είναι πολλοί οι λόγοι να ανησυχείς. Επειδή ο Ομπάμα και ο Μετβέντιεφ, ο Πούτιν, ο Νετανιάχου, εγώ, εσύ, επειδή η τέχνη λέει χρηματοδοτείται από τον ΟΤΕ (δεύτερη μπιενάλε της Αθήνας) που όμως είναι αντιδραστικός οργανισμός αφού "Ο ΟΤΕ απέστειλε εξώδικο στο Εθνικό Δίκτυο Ερευνας και Τεχνολογίας, με το οποίο ουσιαστικά τού ζητάει να διακόψει εντός πέντε ημερών την πρόσβαση που έχει αποκτήσει το αντιεξουσιαστικό portal Athens Indymedia στο δίκτυο οπτικών ινών του οργανισμού". Ρε παιδί μου, απλό είναι το πράγμα. Το κράτος επιχορηγεί τον αντιεξουσιαστικό χώρο με το πίσω χέρι και με το μπροστά τους βαράει. Το ίδιο και τον ακροδεξιό χώρο. Ευαίσθητες κοινωνικές ισορροπίες.

Άρα, λέει ο φίλος που με ενημέρωσε, κακό πράγμα η τέχνη όσο και οι χορηγοί. Μάλλον πηδάει στο συμπέρασμα πως είναι μια χαρά καλό πράγμα το ξεσάλωμα των κρατικών υπαλλήλων που διαθέτουν μόνιμη δουλειά σε κρατικούς οργανισμούς και ενεργοποιούνται στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Καλό πράγμα η επανάσταση των δημοσίων υπαλλήλων (μετά την επανάσταση των πλουσίων που έφεραν τον νεοφιλελευθερισμό) και κατανοητό το φροϋδικό μένος τους ενάντια στο κράτος που τους θρέφει.

Για να λέμε τα σύκα σύκα, η μόνη αξιόλογη φωνή που άκουσα τελευταία ήταν στο BBC, μια γυναίκα που στάθηκε σθεναρά υπέρ της αθεΐας στης ΗΠΑ και είπε ότι οι χριστιανοί κάνουν πολύ φασαρία, αλλά οι άθεοι είναι πολύ-πολύ περισσότεροι. Είπε πως καλύτερα να μην το κάνουμε θέμα, όλο αυτό περί σωτηρίας της ψυχής των επιλέκτων και ότι όλος ο κόσμος μπορεί να πάει στο διάολο! Εννοούσε την κόλαση. Υπάρχουν πολλά ρητά που μπορούμε να θυμηθούμε, όπως, "η κόλαση είναι οι άλλοι".

Ακόμη ένα καλοκαίρι, ξεκίνησε η σεζόν των διακοπών και ξέρω ότι διακοπές ελαφρά τη καρδία δεν μπορεί να κάνει κανείς αν δεν αφήσει πίσω το βάρος. Διακοπές μπορεί να κάνει κανείς μόνο αν σκεφτεί θετικά. Αν ξεχάσει τα θλιβερά. Ας αφήσει το μυαλό του στο ξενοδοχείο τετραπόδων μαζί με τη σκυλίτσα. Τί κι αν πάνε όλα στο διάολο; Κάποιος πρέπει να συνεχίσει το θέατρο της καλής ζωής. Μια καλή μέθοδος όπως είπα είναι να πάς διακοπές και να αποστασιοποιηθείς από την πόλη. Αν θέλεις μπορείς να σκέφτεσαι τους περιθωριακούς που σέρνονται στους δρόμους τον Αύγουστο και να εκτιμάς δυο φορές περισσότερο το τοπίο του νησιού.
Η μοναξιά των διαφορετικών είναι επίσης πιασάρικο μοτίβο για καλοκαιρινά διαβάσματα, αρκεί να διανθίζεται με ελπιδοφόρα ερωτικά γεγονότα. Να φανταζόμαστε διαβάζοντας στον ήλιο. Το θέμα της διαφορετικότητας γίνεται βιβλίο και θέαμα ενδιαφέρον και ικανό να μας διασκεδάζει... Όμως ήθελα να σου πω μαμά, πως δεν πρέπει να ξεχνάς ότι έχεις ευαίσθητα πνευμόνια. Σου υπόσχομαι ότι όσο κι αν θέλεις να το κάνω, εγώ δεν θα πάρω ποτέ αυτοκίνητο, δεν θα σηκώσω σκόνη με τα λάστιχά μου, να είσαι σίγουρη, δεν θα μολύνω τον αέρα εν γνώσει μου ούτε άθελά μου, σχεδόν ούτε εξ'ανάγκης. Ξέρω ότι σε σκοτώνω βέβαια με τη θλίψη. Σου μιλώ για το τέλος της ουτοπίας. Δεν ξέρεις ακριβώς τι εννοώ, κι ευτυχώς δεν μπερδεύεις τη δική μου ουτοπία με την ουτοπία των άλλων. Καθένας, καθεμία, δικαιούμαστε μια ουτοπία κατά παραγγελία. Φανταστικό κοστούμι ραμμένο με πραγματική ακρίβεια. Η δική μου ουτοπία είχε από νωρίς χαρακτηριστικά ηθικής ουτοπίας. Κάπου στην Τρούμπα της Στέλλας, τραγουδώντας τα παιδιά του Πειραιά, έρως δίχως γιαλαντζί κουβέντες. Λέει ο κυνηγός "θα σε σφάξω" και τελείωσε. Όμως το νοιώθεις, ξέρεις ότι τα γουρούνια βιομηχανικής φάρμας δεν μεγαλώνουν με αισθήματα σταράτα, ούτε ψέμματα έντεχνα, τους δίνουν μόνο κάτι να τσιμπήσουν κι ένα φραπέ από λάσπη. Μεγαλώνουν με φασαρία και πηγαινέλα και μαθαίνουν να μην ακούν τη φασαρία και να εκτιμούν κάθε κούνημα -όταν δεν έχεις χώρο να αναπνεύσεις είναι μεγάλη πολυτέλεια το κούνημα.

Είναι χαριτωμένα τα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον, εφ'όσον ο πληθυσμός τους ισορροπήσει. Αλλιώς βράστα και χέστα. Δαγκώνουν και εξ'αίματος κωλομέρια χωρίς αναστολές. Δεν διαβάζουν τη μαντάμ Μποβαρί ούτε γι'αστείο. Δεν ξέρουν τι κάνουν. Δαγκώνουν κι ότι ήθελε προκύψει.

Ξέρεις ότι έρχονται τα ρομπότ να μας σώσουν; Έρχεται μαμά ο θάνατος του ανθρώπου στην πράξη να μας απαλλάξει από τα πελώρια ερωτηματικά για την ποιότητα της ευφυίας του είδους. Ναι, το χαίρομαι αυτό το νέο. Έγινα μισάνθρωπος, το βρήκες. Ακριβώς όπως οι προδομένοι εραστές που μισούν ότι αγάπησαν. Αλλά κι εσύ έβαλες το χέρι σου όταν με πέταγες σε αυτή την πόλη σαν σκουπίδι ανάμεσα στα σκουπίδια. Πού ήταν τότε η γνώση της αντισύλληψης; Ήθελες να παρατείνεις την δοκιμασία; Δεν έφτανε αυτό που είχες τραβήξει εσύ, τότε, με όλους αυτούς που μου έλεγες; Όλη αυτή η ταλαιπωρία των παλιών, με τις σταφίδες στη φούχτα, τα συσσίτια, την μαύρη Δεξιά; Δεν είχες καταλάβει ότι το μόνο που θέλουν είναι ένα καλό χέσιμο; Έτσι είναι οι άνθρωποι. Κάθονται στη λεκάνη με μια στίβα χαζοπεριοδικά. Ξεφυλλίζουν ροζ, κίτρινα, παρδαλά έντυπα. Το e-book θα είναι για τέτοιες χρήσεις; Πολύ αμφιβάλλω. Μόνο το χαρτί είναι φτιαγμένο από κυτταρίνη. Με την εφημερίδα σκουπίζεσαι αν χρειαστεί κι έχεις την αίσθηση του θριάμβου πάνω στους άλλους. Το σκούπισμα είναι κάτι εξωφρενικό βέβαια αν το καλοσκεφτείς. Η τριβή δημιουργεί αιμορροΐδες. Ύστερα, οι αδαείς, κοροϊδεύουν τους ασιάτες. Τους φαίνεται περίεργο που χρησιμοποιούν γάργαρο νερό και όλα αυτά τα κόλπα με τις πλύσεις. Μεταξύ μας, χίλιες φορές καλύτερα να ρίχνεις νεράκι κάθε φορά. Ξεραίνεται ο κώλος των Δυτικών όπως είπα και βγάζουν αιμορροΐδες κι έπειτα τα βάζουν με τους Πακιστανούς. Όχι μαμά, δεν είναι εφικτή η ευτυχία με τέτοιο μπούκωμα στα λούκια. Δεν ρέει το πράγμα. Δεν πάει πουθενά.

Στο Θεό σου κυρά μου! Ξέχασα να σε ρωτήσω. Δεν είχες καταλάβει ότι παρά τρίχα γλυτώσαμε το πυρηνικό ολοκαύτωμα; Σε τί κόσμο ζούσες; Δεν έπαιρνες είδηση; Πού ήσουν όταν ο Κάστρο, ο Χουρτσέφ, ο Κέννεντι, το κακό συναπάντημα, παρά λίγο να κάνουν τη μεγαλύτερη μαλακία που... Δεν είχες καταλάβει από νωρίς μαμά ότι ο άνθρωπος είναι γένους αρσενικού και η αστυνομία θηλυκού; Δεν είχες καταλάβει ότι ακόμη και η επιτυχία είναι πικρή; Δεν είχες καταλάβει ότι ο κόσμος κάποτε θα λήξει και ο ήλιος θα σβήσει; Άξιζε λοιπόν να προεκτείνεις το κενό επ'άπειρον; Γιατί δεν άφηνες την επιθυμία να επιπλέει σαν ψόφιο πρόβατο στα κύματα της πατρίδας μας μαζί με τις τσούχτρες; Σκουπίδια, ελέω θεού και υπονόμων υπολοίπων γειτονικών λαών, θα είχε πάντα παρέα το πτώμα της επιθυμίας μας. Και το πτώμα της υποχρέωσης απέναντι στην κοινωνία και το πτώμα της φυσιολογικής εξέλιξης. Και πάνω απ'όλα, όλα θα γίνονταν -όλα όσα φριχτά έγιναν από τότε μέχρι σήμερα, θα γίνονταν δίχως τα δικά μου μάτια να ατενίζουν το νεκροταφείο τούτο.
Ναι, ξέρω, υπήρχε η Αμερική.


Ο θείος της μαμάς είχε το πτηνοτροφείο στο Κονέκτικατ. Προχθές βρήκα μια δυο φωτογραφίες από το πενήντα. Ασπρόμαυρες, με κόττες και τον θείο της υπερήφανο ανάμεσά τους. Ωραία χρόνια για μας που δεν πήγαμε στο Βίετ Ναμ. Είχε τελειώσει ο εμφύλιος και η Αμερική έμοιαζε σαν υπόσχεση. Επίφοβη αλλά θετική. Ζήσε το όνειρό σου στην Αμερική.
Η φωτογραφία του θείου...

Μετά από τόσα χρόνια. Όλοι αυτοί οι μετανάστες. Η ανορθόγραφη κοπέλα από το χωριό στη Θεσσαλία, που έφυγε στην Αυστραλία κι έστελνε γράμματα να εκφράζει εκτίμηση κι ευγνωμοσύνη επειδή την φροντίσατε, εσύ κι ο παππούς, την φιλοξενήσατε μέχρι να βγάλει το εισιτήριο και να φύγει. Ξενητεύτηκε ευχαριστημένη.
Όλα αυτά υπήρξαν. Ακόμη και τώρα ονειρεύομαι καμιά φορά την Αριζόνα. Πως και καλά θα έκανα βόλτα στην έρημο, αγέρωχη, με ατόφιο στυλ... λευκό μαντήλι να προστατεύει τα αυτιά μου, σκούρα γυαλιά στα μάτια, τα δυο μου χέρια στο τιμόνι, μέσα σε νοικιασμένο σπορ αμάξι. Αργότερα θα αγόραζα δικό μου σπορ αυτοκίνητο. Χωρίς ενοχές για κατανάλωση βενζίνης. Γελάω και μόνο που το σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να πιστεύω ότι δεν θα είχα ενοχές. Στ'αλήθεια, μα στ'αλήθεια τώρα... πιστεύω ότι θα ήμουν μια μοιραία γυναίκα του πενήντα; Με δική της καριέρα, με πέρλες στο λαιμό, ικανή για βόλτες με ένα εραστή από το πανεπιστήμιο της Αριζόνα -όπου έμαθα, κάνουν πολλά πάρτι. Περνάνε ζωή και κότα.

Σημείωση:
Έχω μπερδευτεί τόσο με την γλώσσα που δεν ξέρω αν πρέπει να βάλω δύο ή ένα "τ" στην κότα. Τί χρειάζονται πλέον τα δύο; Ένα φτάνει και περισσεύει. Όμως σε άλλες περιπτώσεις είναι απαραίτητα τα δύο. Έτσι για να μην τα ισοπεδώσουμε όλα. Να κρατάμε τα προσχήματα. Να μην πάρουμε ας πούμε όλοι τις καραμπίνες. Γιατί αν είναι να αρχίσουμε να σκοτώνουμε αδιακρίτως, θα πρέπει να συνεχίσουμε μέχρι το τέλος. Χωρίς λόγο, χωρίς κίνητρο, χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Όπως κάνουν ήδη κάποιοι στα όνειρά μας. Ο άνθρωπος χάρος είναι ο καθένας μας. Πληθύναμε τόσο ώστε να μην έχει πια σημασία ποιός κάνει τι.

Μόνο ο άνθρωπος χάρος μπορεί να χαίρεται. Η χαρά δεν είναι πλέον δυνατή παρά μόνο στιγμιαία, χωρίς βάθος. Αντίθετα, θα πρέπει να νοιώθουν ιδιαίτερη ικανοποίηση όσοι χαίρονται με το κακό που βρήκε τον κόσμο των ανθρώπων, τον κόσμο γένους αρσενικού, το στείρο γένος. Η αστυνομία είναι γένους θηλυκού. Αυτό το είπαμε. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο νίβουν τα πόδια των πιστών. Ο Αλλάχ συστήνει καθημερινές πλύσεις. Όμως η Αττική δεν καθαρίζει. Βρωμοκοπάει ανεπανόρθωτα μαμά και ανησυχώ. Ανησυχώ για σένα. Δεν πάω πουθενά. Μην ανησυχείς για μένα. Τα πόδια μου είναι καθαρά και απεύχομαι να τα βουτήξω στο σωρευμένο πύον. Απεύχομαι το μπάνιο σε λύμματα. Μου είχες πει να μην σκαλίζω τη μύτη μου. Τώρα δεν έχει σημασία, γιατί δεν βγαίνω βόλτα. Είναι χάλια η βόλτα σε πόλεις ανέλπιδες. Εξ'άλλου, απεύχομαι όπως καταλαβαίνεις το καλύτερο που δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει, δηλαδή την ελπίδα δίχως λόγο, την αισιοδοξία των πειραγμένων. Εννοείται πως δεν μιλώ για τα ρομπότ. Αλλά για τον Χόμο Ερούκτους. Που τρώει και ρεύεται. Η δυσπεψία, η δυσκοιλιότητα, όλα αυτά με απώθησαν και είπα να μην συμμετέχω στο κοινό μας μέλλον. Χαχα! Ελπίζω να μην ισχύει αυτό που σκέφτηκα. Πως δίχως γαϊδουριά, δίχως ματαιοδοξία, δίχως ανοησία, δεν γίνεται προκοπή.

Ένα είναι σίγουρο. Η αληθινή μοίρα των ευγενών συναισθημάτων μας βρίσκεται πλέον από την άλλη μεριά του καθρέφτη. Η οθόνη είναι ο ουρανός. Τα πόδια δεν χρειάζονται. Το έδαφος υποχώρησε απ'τον συνωστισμό. Η Κίνα είναι γεμάτη πόδια. Σεισμός. Πλημμύρα. Πόλεις. Πόλεμος. Τα πόδια είναι γερά μανούλα μου, γερά και άγια. Άγια πόδια, τραγοπόδαρα, γυμνασμένα. Είναι τέρατα δεινόσαυροι, πόδια, πράγματα άλλης εποχής. Λαμπρά αγάλματα από μάρμαρο. Λατρεμένα πόδια. Τί κι αν εσύ κουτσαίνεις; Θυμάσαι τη χαρά της βόλτας. Μαζί πήγαμε στην άκρη του παλιού κόσμου. Δεν πάω πουθενά με τόση ανατριχίλα στις επιφάνειες. Από δω και πέρα παίρνε με όποτε θέλεις τηλέφωνο. Θα είμαι διαρκώς στο ακουστικό.

Μη με ρωτάς τα αυτονόητα. Περιμένω μια μηχανική φωνή να με καλέσει εκεί.

Tuesday, June 16, 2009

Μαζί μιλάμε; / Is Greek all English to you?

*English translation follows


Εν τω μεταξύ, εδώ και πολύ καιρό, δεν θεωρείται πια απαραίτητο ούτε καν να προτείνεται κάποια μετάφραση ή ελληνική εκδοχή των τίτλων για τις περισσότερες εικαστικές εκθέσεις. Στις συναυλίες, τα μοδάτα γκρουπάκια θεωρούν αυτονόητο πως επικοινωνούμε στη γλώσσα που μιλάμε καθημερινά και τραγουδάμε σε άλλη. Αυτό γίνεται βέβαια στην Ελλάδα πολύ περισσότερο από ότι στην Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Βραζιλία ή τις περισσότερες χώρες που παρακολουθώ. Προχθές, στα εγκαίνια της μπιενάλε, πάω σε ένα γκρουπάκι που έπαιξε και τους λέω, συγγνώμη παιδιά, μήπως μπορείτε να μου πείτε αν υπάρχει κάποιο σκεπτικό πίσω από το γεγονός ότι τραγουδάτε αγγλικά;

Στην πραγματικότητα, δεν με πείραζε αφ' εαυτού η άλλη γλώσσα. Υποτίθεται όμως ότι στις καλές τέχνες και τα "παρακλάδια" τους, η ποιότητα συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια, κάτι που μεταφράζεται στην ανάγκη να υπάρχει συνειδητά ένα σκεπτικό για κάθε παράμετρο, να έχεις δηλ. συνειδητή πρόθεση. Και όταν δεν το έχεις, το αναζητάς. Αλλιώς, κινείσαι στο χώρο των ειλημμένων ιδεών, των στερεοτύπων κ.λπ. Υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία για το καλλιτεχνικό έργο από την έκπτωσή του σε όχημα για την επανάληψη των τετριμμένων κυρίαρχων ιδεών;

-Κοίτα, τα περισσότερα ακούσματά μας είναι... Για την ακρίβεια, τί να λέμε τώρα, για μας δεν τίθεται θέμα. Δεν μας ενδιαφέρει να το συζητήσουμε...

Αυτή ήταν η απάντηση.
Πέρα από τις όποιες απαιτήσεις μπορεί να έχει κανείς από ένα νεανικό γκρουπάκι, το ζήτημα είναι ευρύτερο. Οι γλώσσες γεννιούνται, εξελίσσονται, μεγαλουργούν, αλλά επίσης φθίνουν και πεθαίνουν. Για κάθε πολιτισμική ομάδα, η γλώσσα είναι μέτρο συλλογικής ευρωστίας και συνολικού σθένους. Δεν έχει να κάνει με προσωπικά γούστα, αλλά με τον μοναδικό πλούτο της συσσωρευμένης εμπειρίας που σπαταλιέται κάθε φορά που χάνεται μια γλώσσα. Αν οι καλλιτέχνες δεν έχουν συναίσθηση της γλώσσας, αν δεν θέτουν ζητήματα, αν θεωρούν cool και απόλυτα φυσιολογικό να υιοθετούν τη λογική μιας συμμετοχής στην... Γιουροβίζιον, τότε δεν δικαιούνται να αισθάνονται διαφορετικοί από τους διαφημιστές και τους σπόνσορες κινητής τηλεφωνίας.

-----

It has become common practice for art events (and trendy contemporary pop music) in Greece to have Εnglish titles and lyrics; in fact, they don't even bother in most cases to provide a translation of titles or some reasoning for this practice. This happens here to a much larger extent than in Spain, France, Italy, Brazil, you name it. The other day, at the opening of the second Athens Biennial, I approached a young band at the end of their concert (preceding an appearance by another hyped english speaking singer from Athens) and asked them a question: "Pardon me... could you explain why you communicate in Greek but switch to another language when performing? Is there any artistic reasoning behind your approach?"

Really, I was not disturbed by English per se; the idea is that in the domain of art, in general, each parameter matters; you must choose what you put in the picture for a reason, you need to have an acute awareness of your intentions, or risk to reproduce received ideas and stereotypes. While being a recipe for the creation of insipid work, this is equally a way of promoting somebody else's agenda (usually, the dominant discourse).
-Oh well, most of the music we listen to... I mean, what is there to say? It's not an issue for us, we aren't really interested in discussing this.

That was the answer.
For my part, (irrespective of what we can expect from a young pop band), I can't stress enough the importance of linguistic awareness: Language is a measure of a society's vitality and collective vigor. It is not even about personal taste, it is about the life and death of a wealth of experience. Languages evolve, but they also degenerate and die. If artists do not raise these issues, if they are oblivious to the state of our collective organism and cultural niche, if they are conformist, then they are simply not different from advertisers and corporate interests.

Wednesday, April 8, 2009

Ο θάνατος της γλώσσας

Η εξαφάνιση μιας γλώσσας είναι πάντα σταδιακή και μπορεί να περάσει σχεδόν απαρατήρητη: έρχεται μέσα από ποικίλες φάσεις ολοένα γενικευόμενης διγλωσσίας, όταν η κυρίαρχη γλώσσα, τα Αγγλικά εν προκειμένω, τείνουν να επικρατήσουν στο χώρο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της διασκέδασης και της διακίνησης της πληροφορίας.

Συγκεκριμένα έχουν διαπιστωθεί 4 στάδια:

1. Συστηματική διγλωσσία της κοινωνικής ελίτ ενώ ο λαός μιλά μόνο μια γλώσσα.
2.Η λαϊκή μάζα γίνεται σταδιακά δίγλωσση στις πόλεις, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί παραμένουν μονόγλωσσοι.
3. Οι πόλεις προχωρούν στην πλήρη διγλωσσία και το φαινόμενο εξαπλώνεται στους αγροτικούς πληθυσμούς.
4. Κατά το τελευταίο στάδιο, οι αγροτικές επαρχιακές ζώνες αλλάζουν γλώσσα και ξαναγίνονται μαζικά μονόγλωσσες, αφήνοντας μόνο νησίδες δίγλωσσης έκφρασης.

Από γλωσσολογική άποψη, η ασθενής γλώσσα βλέπει το φωνητικό της σύστημα να κυριαρχείται από τους ήχους της κυρίαρχης, οι φράσεις συντάσσονται με βάση το σύστημα σύνταξης της κυρίαρχης γλώσσας, επέρχεται λεξικογραφική αφομοίωση και η ασθενής γλώσσα πεθαίνει σα να χωνεύεται από την δυνατή γλώσσα.


(παρουσίαση στο θέατρο Σχεδία στο πλαίσιο ημερίδας που είχε οργανώσει η κοινότητα Ανοικοδόμησης)






Ίσως να αναρωτηθήκατε τι πάει λάθος με αυτό το τραγούδι, τι συμβαίνει με τη χασμωδία του χορού, κάποια έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στη μουσική και τη φωνή, τι συμβαίνει με την παραμόρφωση της φωνής, τί λέγεται ακριβώς, σε ποιά γλώσσα.

Αν το άκουσμα σας φάνηκε προβληματικό, ίσως και να έχει επιτευχθεί ο στόχος της ηχογράφησης που ήταν η μη συμμόρφωση με κάποιο σχήμα κανονικότητας που θα κατέτασσε το τραγούδι σε μια συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη κατηγορία, με μόνη απαίτηση από τον ακροατή ν'αποφασίσει αν του αρέσει ή όχι. Φυσικά, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την καλλιεργημένη προδιάθεση των περισσότερων ακροατών να ασκήσουν το ελάχιστο υπόλειμμα μιας υποτιθέμενης ελευθερίας, που συνοψίζεται σε ένα "μου αρέσει" ή "δεν μου αρέσει".

Το τραγούδι αυτό που λέγεται Δρόμος, θα μπορούσε να είναι η λυρική αποτύπωση της μελαγχολίας ενός ταξιδιώτη, ο οποίος επιθυμεί μεν την επιστροφή στο σπίτι του, αλλά έχει χάσει κάθε ελπίδα για κάτι τέτοιο, οπότε το μόνο που έχει είναι ο δρόμος.

Ο ταξιδιώτης αυτός έχει χάσει τα κλειδιά της γλώσσας που θα την έκαναν λειτουργική για την πρακτική επικοινωνία και τον προσανατολισμό. Όμως δεν έχει χάσει το όχημα, δηλαδή το σώμα και την φωνή. Αλλά το σώμα και η φωνή χαρακτηρίζονται από πολλαπλότητα, από εντάσεις που τείνουν να διαλύσουν το ένα και μοναδικό σώμα, τη μια και μοναδική φωνή, τον ένα και συγκεκριμένο στόχο. Έτσι, η συνείδηση είναι υποχρεωμένη να διατρέχει συνέχεια την διαδρομή της, να ζει το παρελθόν σαν παρόν, σαν ένα σμήνος από παρούσες στιγμές που φέρνουν ζάλη. Αυτή η εμπειρία αποκλείει τον εφησυχασμό και τη σιγουριά που θα επεφύλασσε η επιστροφή στο σπίτι.

Κατ'ουσίαν το τραγούδι αναλογίζεται και αποτυπώνει την ένταση ανάμεσα στο νόημα ως σώμα και την μορφοποίησή του. Ένα νόημα που δυσκολεύεται να εντοπίσει το περιεχόμενό του, το οποίο συγχρόνως αποτολμά να εκφράσει. Η δυσάρεστη αυτή αίσθηση της εσωτερικής απόστασης, είναι η αποξένωση, αλλά και η απαραίτητη συνθήκη για την αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ιστορικότητα του είναι που ενεργοποιεί την σκέψη. Η συνέχεια δεν είναι δεδομένη, ούτε η αρχή ή το τέλος. Όλα είναι κατασκευασμένα και υπό διαπραγμάτευση.

Παρ'όλο που αντανακλά τους προβληματισμούς μιας ολόκληρης φιλοσοφικής παράδοσης της ανθρώπινης ελευθερίας, μια τέτοια προσέγγιση ακούγεται αιρετική αν θεωρήσουμε με τον Κούντερα ότι ζούμε "την δικτατορία της καρδιάς στο βασίλειο του κιτς, όπου ο νους οφείλει να σιωπά".

Εν πάση περιπτώσει, από φωνολογική άποψη, η γλώσσα της χασμωδίας των φωνών που ακούσατε μοιάζουν να είναι τα αγγλικά. Πρόκειται για συνειδητή αντιστροφή: αντί για το συνηθισμένο άκουσμα ελληνικών που ηχούν ή συντάσσονται σαν αγγλικά, εδώ αποκαλύπτεται η ένταση ανάμεσα στην πίστη στην ταυτότητα και την πραγματιστική προσέγγιση της φιλοδοξίας για μεγιστοποίηση της επικοινωνίας στον μεγάλο και παραγωγικά δικτυωμένο κόσμο. Η υποκριτική σύμβαση απαιτεί την υποταγή στον καθωσπρεπισμό της προκαθορισμένης φόρμας, ή τέλος πάντων στη σκοπιμότητα της επικοινωνίας μέσα από στερεότυπα, αδιαφορώντας για την αφυδάτωση του νοήματος. Το αποτέλεσμα είναι μηχανιστικά παράγωγα που ρυπαίνουν και κατακλύζουν τον ορίζοντα του νου, με την αναπαραγωγή του ανώδυνου, του αυτονόητου.

Από την Ελλάδα των γλωσσικών αντιπαραθέσεων που φόρεσε τις μάσκες της ιδεαλιστικής καθαρότητας και του ριζικού πραγματισμού της δημοτικής, μέσα από επεισόδια λυρικής ανάτασης και επικής αντίστασης, φτάσαμε στην κουλτούρα της τηλεόρασης και την αφασία του "όλα είναι το ίδιο".

Δεν μιλώ για αφασία κατά τύχη. Το τραγούδι που ακούσατε είναι παραφασικό. Όλες οι γλώσσες έχουν τις δικές τους απαγορεύσεις, που απορρίπτουν και επιδιορθώνουν τα ξένα στοιχεία, τρόπον τινά όπως ένας ζωντανός οργανισμός προσβάλει τα μικρόβια που τυχόν εισέλθουν μέσα του. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, κάποιες απαγορεύσεις των ελληνικών εμποδίζουν τα αγγλικά να αποκρυσταλλωθούν και να πάρουν την επαρκή επικοινωνιακά μορφή τους.

Κι εδώ θα ήθελα να επικεντρωθώ αποκλειστικά στη γλώσσα, στον τρόπο που μια γλώσσα μεταλλάσσεται, εξαπλώνεται ή πεθαίνει.

Στο πανεπιστήμιο Λαβάλ του Κεμπέκ, διεξάγεται ερευνητικό πρόγραμμα με τον τίτλο COPHO (contraintes en phonologie/ φωνολογικοί περιορισμοί/ υπεύθυνη Carole Paradis) το οποίο έχει δείξει πως οι ίδιοι μηχανισμοί που εμπλέκονται στις διάφορες μορφές αφασίας, εμπλέκονται και στους τρόπους που μια γλώσσα φιλτράρει/ απορρίπτει / επιδιορθώνει τα ξένα στοιχεία. Η διαταραγμένη γλώσσα των αφασικών, προκύπτει και από το γεγονός ότι ο εγκέφαλός τους μπορεί να θεωρεί ξένη μια λέξη ή ένα φώνημα της δικής τους γλώσσας, με αποτέλεσμα να το επιδιορθώνει. Κατά την υποχώρηση μιας γλώσσας, παρόμοιοι μηχανισμοί μεταλλάσσονται, επιτρέποντας σταδιακά στα κριτήρια μιας ξένης γλώσσας να υπερισχύσουν, ώσπου η αδύνατη γλώσσα να χωνευτεί τελικά από την κυρίαρχη.

Ακόμη κι αν είναι υπερβολικό, θα ήθελα να καταλήξω, λέγοντας πως η αφασία για την οποία μιλώ, είναι ιδιαίτερα συχνή στη σημερινή Ελληνική πραγματικότητα, ως σύμπτωμα διαδικασιών μετάλλαξης της γλώσσας μας. Οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου μπορεί να είναι μεγαλύτερες απ'ότι φανταζόμαστε, αν λάβουμε υπ'όψη κάποιους παράγοντες που καθορίζουν την υποχώρηση και τον θάνατο μιας γλώσσας.

Το γλωσσολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Λαβάλ που ανέφερα και πριν, σε σχετική σελίδα στο διαδίκτυο μας πληροφορεί ότι το πρόβλημα γίνεται σοβαρό όταν μια κυρίαρχη γλώσσα κύρους παύει να θεωρείται ξένη από τους ομιλούντες ένα λιγότερο δυνατό ιδίωμα. Δεδομένου ότι τα στοιχεία της Ουνέσκο προβλέπουν την εξαφάνιση του 90% των μικρότερων γλωσσών που ομιλούνται ακόμη μέσα σε αυτόν τον αιώνα, φαίνεται ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο ανύπαρκτο όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Βέβαια, αυτή η διαδικασία, για κάποιους είναι απόλυτα φυσική.

Για όσους η διαδικασία αυτή δεν είναι ακριβώς φυσική, μπορώ να αναφέρω συμπληρωματικά τα εξής στοιχεία.

Μια γλώσσα υποχωρεί από τη στιγμή που παύει να εξαπλώνεται και χάνει μέρος της λειτουργικότητάς της στο κοινωνικό πεδίο, στην καθημερινότητα και που δεν είναι αποδοτική στο επίπεδο της οικονομίας. Οι παράγοντες που παίζουν ρόλο είναι στρατιωτικοί, δημογραφικοί, γεωγραφικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί. Σύμφωνα με τον πολιτικολόγο Jean Lapouce, όταν μια κοινότητα αποφασίζει πως το κόστος διατήρησης της γλώσσας της δεν αποδίδει επαρκώς κοινωνικά και ψυχολογικά, η γλώσσα εξαφανίζεται, όπως εξαφανίστηκαν τα Κέλτικα από το Yorkshire, όπου δεν χρησιμοποιούνται παρά για το μέτρημα των προβάτων. (Langue et territoire, 1984).

Σε όλα αυτά παίζει μεγάλο ρόλο ο πολιτικός παράγοντας. Η πρόκληση για τις μικρές γλώσσες συνίσταται στην ενδυνάμωσή τους με την επίτευξη αριστείας εντός του γεωγραφικού τους χώρου, ακόμη κι αν δεν διαθέτουν αριθμητική, οικονομική και τεχνολογική υπεροχή. Βέβαια, οι υψηλοί στόχοι έχουν και κινδύνους όταν δεν συνοδεύονται από τα απαραίτητα μέσα. Μια υπερβολικά φιλόδοξη γλωσσική πολιτική που θα έσπρωχνε μια μικρή γλώσσα να σταθεί ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο με δυσβάστακτο κόστος θα μπορούσε να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Από την άλλη ο εγκλεισμός και η γκετοποίηση οδηγούν σίγουρα στην ασφυξία για όσες γλώσσες χάσουν την επαφή με την εξελισσόμενη πραγματικότητα.


Η εξαφάνιση μιας γλώσσας είναι πάντα σταδιακή.

Πηγή έμπνευσης: http://www.tvxs.gr/v12751

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί ακόμη μια προσφορά στο μέλλον της πατρίδας μας (heimat)

Εμβόλιμη εισαγωγή/σύνοψη:
Βρίσκω αλλού ξημερωμένο όποιον δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη της βιωματικής σύνδεσης ανάμεσα στον τραγουδοποιό ή λαϊκό μουσικό και τον κόσμο. Η Lhasa τραγουδά σε δυο τρεις γλώσσες, αλλά είναι όλες δικές της, έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτές τις γλώσσες. Από την άλλη, η Αρβανιτάκη για παράδειγμα αγγίζει πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Γιατί; Μα βέβαια, επειδή δεν μαϊμουδίζει, αλλά έχει αυθεντική φωνή που συχνά υπερβαίνει τα γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, κάτι που ισχύει για κάθε μουσικό που έχει τα πόδια του στη γη, στο συγκεκριμένο, σε κάποιο πραγματικό τόπο. Από μια τέτοια στέρεη βάση μπορείς να ξεκινήσεις για να κάνεις όλων των ειδών τα πειράματα, αλλά προϋπόθεση είναι να αναγνωρίσεις το έδαφος όπου πατάς. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμπώματα μιμητισμού, ναρκισιστικά πειράματα στο κενό.


...Λοιπόν, συνήθως δεν γίνομαι bitchy,
αλλά, επειδή έχει παραγίνει το πράγμα με την φόρα γε-γε των πολιτισμικών παραγωγών με όνειρα διεθνούς μεγαλείου (optional κομπολόϊ ή φράτζα) που χουρχουρίζουν ανοιχτόστομα καταπίνοντας το τελευταίο αφόδευμα του ΝΜΕ* αν βγαίνει ακόμα η χαζοφυλλάδα και καταντήσαμε τη Μόνικα ανίκανη να ψελλίσει το όνομά της χωρίς proforah... ήθελα να σας πω ότι τα αγγλοκεντρικά γκρουπάκια ψιλοανακατέβουν τη σούπα των υπολειμμάτων από τις προηγούμενες δεκαετίες της naive έκφρασης (λουλούδια, από τ'αυτιά ως την κωλότσεπη του Μόρισσι...), όταν ακόμη η κουλτούρα έβγαινε κυρίως από την μεταμοντέρνα Δύση και νομίζαμε ότι αυτή η μαυρίλα, η παραφορά, η θλίψη που ψυχανεμιζόταν το τέλος της ηγεμονίας της, αποτελούσε κοσμικό επιφαινόμενο, αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν "universal".

Η ποπ κουλτούρα βεβαίως βεβαίως, αργοπορώντας όσο έμενε κυρίαρχη η ΤV και με απίστευτη επιτάχυνση (να μη σκεφτώ καν τι γίνεται πια, στα χρόνια του Web2), έφτασε αισίως στον τοίχο του φυσικού ήχου, στον θόρυβο, στην απρόσωπη κυβερνοποπ, στα τυχαία ηχητικά συμβάντα... ξεπήδησαν οι πραγματικά ζωντανές και αυτονομημένες σκηνές fusion από την Βαρκελώνη μέχρι τη Λαχώρη και το Τόκυο. Πήρε φωτιά το τοπίο, εξατμίστηκε όλο. Και κολυμπάμε πια σε αυτό το ψυχονέφος... κολυμπάμε δίχως υποχρεώσεις σε άλλον πέρα από τη συνείδησή μας, σίγουρα δίχως σιγουριά, δίχως γνώση που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση.

Έρχονται τώρα καθυστερημένα κάποιοι νοσταλγοί του μαζικού ροκ και της αυθεντίας... (οι λάτρεις του μπλε χαπιού) να μας πουλήσουν φούμαρα για μεταξωτές κορδέλλες. Nice old expression. Το ίδιο κάνουν και τα έμο υβρίδια, δεν λέω. Αρσενικό και θηλυκό, γιν γιαν. Nαι, ήθελα λοιπόν να πω, ότι it's OK, όποιος θέλει να πληρώσει για να χαζέψει τους περιφερόμενους με το τελευταίο χιτάκι, σιντάκι, ποντκαστάκι κλπ, ...it's OK, όποιος θέλει θα το κάνει και θα κατεβάσει και μερικές μπύρες και από κει και πέρα θα του αρέσει ότι κι αν κουδουνίζει μέσα στα αυτιά του, όπως γινόταν πάντα. Όμως, μη μας ζαλίζετε άλλο με το τελευταίο trend se agglikia glwssa... υπερθεματίζοντας αναίσχυντα! Γιατί εκεί που βρεθήκαμε ο κόσμος σήμερα... Τί αξίζει να ακούει κανείς;
Τί, πώς, πού...

Αφού μπορεί να κάνει remix κανείς την ίδια του τη ζωή, σερφάροντας στα δαιδαλώδη φιορδ με Σομαλούς και άλλους πειρατές, μαθαίνοντας καθημερινά κόλπα και ρουφώντας την μεμοραμπίλια που σέρνεται άπλετη στο διαδίκτυο: να βρίσκεται με τους φίλους του (επιτρέψτε μου: Gal Kosta, Shostakovich, Bliki Circus, Edgard Varèse, 武満徹, Henryk Górecki, Nusrat Fateh Ali Khan u know what I mean) ή μόνη/ος, με ένα καλό ζευγάρι ηχεία και να απολαμβάνει σύμμεικτα περιβάλλοντα, βιολογικών φρούτων με κρασί, πνοές φρέσκου αέρα, ησυχίας, ένα κίτρινο βιβλίο μέχρι να δύσει ο ήλιος και άμα λάχει, έναν υπνάκο, ακόμη και γιόγκα.

Κοινώς,
το τί σαρώνει την υφήλιο (πέρα από τη βλακεία),
το τι είναι διάφανο με υψηλές προδιαγραφές (πέρα από την κουνουπιέρα μου),
το τι αποτελεί ρευστό μεθυστικό ρόφημα (πέρα από το τσάι Ντε Νι) και
το τι είναι ασεβές (πέρα από την άρνηση να παραμυθιαστούμε κατά παραγγελία),

τα τέσσερα ως άνω και πολλά άλλα, αποτελούν σειρά ερωτημάτων που επιδέχονται πολλαπλές λύσεις, κατά τρόπο που αν ήταν πολυώνυμο δεν θα είχε απαραίτητα γραφική παράσταση συγκλίνουσα στα γκισέ κάποιου διασκεδαστηρίου ή άλλης νυχτερινής πίστας.

Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά, καλή προσγείωση στα έπεα**.




*νάσιοναλ μιούζικαλ εξπρές
**πτερόεντα