*English translation follows
Εν τω μεταξύ, εδώ και πολύ καιρό, δεν θεωρείται πια απαραίτητο ούτε καν να προτείνεται κάποια μετάφραση ή ελληνική εκδοχή των τίτλων για τις περισσότερες εικαστικές εκθέσεις. Στις συναυλίες, τα μοδάτα γκρουπάκια θεωρούν αυτονόητο πως επικοινωνούμε στη γλώσσα που μιλάμε καθημερινά και τραγουδάμε σε άλλη. Αυτό γίνεται βέβαια στην Ελλάδα πολύ περισσότερο από ότι στην Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Βραζιλία ή τις περισσότερες χώρες που παρακολουθώ. Προχθές, στα εγκαίνια της μπιενάλε, πάω σε ένα γκρουπάκι που έπαιξε και τους λέω, συγγνώμη παιδιά, μήπως μπορείτε να μου πείτε αν υπάρχει κάποιο σκεπτικό πίσω από το γεγονός ότι τραγουδάτε αγγλικά;
Στην πραγματικότητα, δεν με πείραζε αφ' εαυτού η άλλη γλώσσα. Υποτίθεται όμως ότι στις καλές τέχνες και τα "παρακλάδια" τους, η ποιότητα συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια, κάτι που μεταφράζεται στην ανάγκη να υπάρχει συνειδητά ένα σκεπτικό για κάθε παράμετρο, να έχεις δηλ. συνειδητή πρόθεση. Και όταν δεν το έχεις, το αναζητάς. Αλλιώς, κινείσαι στο χώρο των ειλημμένων ιδεών, των στερεοτύπων κ.λπ. Υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία για το καλλιτεχνικό έργο από την έκπτωσή του σε όχημα για την επανάληψη των τετριμμένων κυρίαρχων ιδεών;
-Κοίτα, τα περισσότερα ακούσματά μας είναι... Για την ακρίβεια, τί να λέμε τώρα, για μας δεν τίθεται θέμα. Δεν μας ενδιαφέρει να το συζητήσουμε...
Αυτή ήταν η απάντηση.
Πέρα από τις όποιες απαιτήσεις μπορεί να έχει κανείς από ένα νεανικό γκρουπάκι, το ζήτημα είναι ευρύτερο. Οι γλώσσες γεννιούνται, εξελίσσονται, μεγαλουργούν, αλλά επίσης φθίνουν και πεθαίνουν. Για κάθε πολιτισμική ομάδα, η γλώσσα είναι μέτρο συλλογικής ευρωστίας και συνολικού σθένους. Δεν έχει να κάνει με προσωπικά γούστα, αλλά με τον μοναδικό πλούτο της συσσωρευμένης εμπειρίας που σπαταλιέται κάθε φορά που χάνεται μια γλώσσα. Αν οι καλλιτέχνες δεν έχουν συναίσθηση της γλώσσας, αν δεν θέτουν ζητήματα, αν θεωρούν cool και απόλυτα φυσιολογικό να υιοθετούν τη λογική μιας συμμετοχής στην... Γιουροβίζιον, τότε δεν δικαιούνται να αισθάνονται διαφορετικοί από τους διαφημιστές και τους σπόνσορες κινητής τηλεφωνίας.
-----
It has become common practice for art events (and trendy contemporary pop music) in Greece to have Εnglish titles and lyrics; in fact, they don't even bother in most cases to provide a translation of titles or some reasoning for this practice. This happens here to a much larger extent than in Spain, France, Italy, Brazil, you name it. The other day, at the opening of the second Athens Biennial, I approached a young band at the end of their concert (preceding an appearance by another hyped english speaking singer from Athens) and asked them a question: "Pardon me... could you explain why you communicate in Greek but switch to another language when performing? Is there any artistic reasoning behind your approach?"
Really, I was not disturbed by English per se; the idea is that in the domain of art, in general, each parameter matters; you must choose what you put in the picture for a reason, you need to have an acute awareness of your intentions, or risk to reproduce received ideas and stereotypes. While being a recipe for the creation of insipid work, this is equally a way of promoting somebody else's agenda (usually, the dominant discourse).
-Oh well, most of the music we listen to... I mean, what is there to say? It's not an issue for us, we aren't really interested in discussing this.
That was the answer.
For my part, (irrespective of what we can expect from a young pop band), I can't stress enough the importance of linguistic awareness: Language is a measure of a society's vitality and collective vigor. It is not even about personal taste, it is about the life and death of a wealth of experience. Languages evolve, but they also degenerate and die. If artists do not raise these issues, if they are oblivious to the state of our collective organism and cultural niche, if they are conformist, then they are simply not different from advertisers and corporate interests.
Showing posts with label ελληνικά. Show all posts
Showing posts with label ελληνικά. Show all posts
Tuesday, June 16, 2009
Wednesday, April 8, 2009
Ο θάνατος της γλώσσας
Η εξαφάνιση μιας γλώσσας είναι πάντα σταδιακή και μπορεί να περάσει σχεδόν απαρατήρητη: έρχεται μέσα από ποικίλες φάσεις ολοένα γενικευόμενης διγλωσσίας, όταν η κυρίαρχη γλώσσα, τα Αγγλικά εν προκειμένω, τείνουν να επικρατήσουν στο χώρο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της διασκέδασης και της διακίνησης της πληροφορίας.
Συγκεκριμένα έχουν διαπιστωθεί 4 στάδια:
1. Συστηματική διγλωσσία της κοινωνικής ελίτ ενώ ο λαός μιλά μόνο μια γλώσσα.
2.Η λαϊκή μάζα γίνεται σταδιακά δίγλωσση στις πόλεις, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί παραμένουν μονόγλωσσοι.
3. Οι πόλεις προχωρούν στην πλήρη διγλωσσία και το φαινόμενο εξαπλώνεται στους αγροτικούς πληθυσμούς.
4. Κατά το τελευταίο στάδιο, οι αγροτικές επαρχιακές ζώνες αλλάζουν γλώσσα και ξαναγίνονται μαζικά μονόγλωσσες, αφήνοντας μόνο νησίδες δίγλωσσης έκφρασης.
Από γλωσσολογική άποψη, η ασθενής γλώσσα βλέπει το φωνητικό της σύστημα να κυριαρχείται από τους ήχους της κυρίαρχης, οι φράσεις συντάσσονται με βάση το σύστημα σύνταξης της κυρίαρχης γλώσσας, επέρχεται λεξικογραφική αφομοίωση και η ασθενής γλώσσα πεθαίνει σα να χωνεύεται από την δυνατή γλώσσα.
(παρουσίαση στο θέατρο Σχεδία στο πλαίσιο ημερίδας που είχε οργανώσει η κοινότητα Ανοικοδόμησης)
Ίσως να αναρωτηθήκατε τι πάει λάθος με αυτό το τραγούδι, τι συμβαίνει με τη χασμωδία του χορού, κάποια έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στη μουσική και τη φωνή, τι συμβαίνει με την παραμόρφωση της φωνής, τί λέγεται ακριβώς, σε ποιά γλώσσα.
Αν το άκουσμα σας φάνηκε προβληματικό, ίσως και να έχει επιτευχθεί ο στόχος της ηχογράφησης που ήταν η μη συμμόρφωση με κάποιο σχήμα κανονικότητας που θα κατέτασσε το τραγούδι σε μια συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη κατηγορία, με μόνη απαίτηση από τον ακροατή ν'αποφασίσει αν του αρέσει ή όχι. Φυσικά, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την καλλιεργημένη προδιάθεση των περισσότερων ακροατών να ασκήσουν το ελάχιστο υπόλειμμα μιας υποτιθέμενης ελευθερίας, που συνοψίζεται σε ένα "μου αρέσει" ή "δεν μου αρέσει".
Το τραγούδι αυτό που λέγεται Δρόμος, θα μπορούσε να είναι η λυρική αποτύπωση της μελαγχολίας ενός ταξιδιώτη, ο οποίος επιθυμεί μεν την επιστροφή στο σπίτι του, αλλά έχει χάσει κάθε ελπίδα για κάτι τέτοιο, οπότε το μόνο που έχει είναι ο δρόμος.
Ο ταξιδιώτης αυτός έχει χάσει τα κλειδιά της γλώσσας που θα την έκαναν λειτουργική για την πρακτική επικοινωνία και τον προσανατολισμό. Όμως δεν έχει χάσει το όχημα, δηλαδή το σώμα και την φωνή. Αλλά το σώμα και η φωνή χαρακτηρίζονται από πολλαπλότητα, από εντάσεις που τείνουν να διαλύσουν το ένα και μοναδικό σώμα, τη μια και μοναδική φωνή, τον ένα και συγκεκριμένο στόχο. Έτσι, η συνείδηση είναι υποχρεωμένη να διατρέχει συνέχεια την διαδρομή της, να ζει το παρελθόν σαν παρόν, σαν ένα σμήνος από παρούσες στιγμές που φέρνουν ζάλη. Αυτή η εμπειρία αποκλείει τον εφησυχασμό και τη σιγουριά που θα επεφύλασσε η επιστροφή στο σπίτι.
Κατ'ουσίαν το τραγούδι αναλογίζεται και αποτυπώνει την ένταση ανάμεσα στο νόημα ως σώμα και την μορφοποίησή του. Ένα νόημα που δυσκολεύεται να εντοπίσει το περιεχόμενό του, το οποίο συγχρόνως αποτολμά να εκφράσει. Η δυσάρεστη αυτή αίσθηση της εσωτερικής απόστασης, είναι η αποξένωση, αλλά και η απαραίτητη συνθήκη για την αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ιστορικότητα του είναι που ενεργοποιεί την σκέψη. Η συνέχεια δεν είναι δεδομένη, ούτε η αρχή ή το τέλος. Όλα είναι κατασκευασμένα και υπό διαπραγμάτευση.
Παρ'όλο που αντανακλά τους προβληματισμούς μιας ολόκληρης φιλοσοφικής παράδοσης της ανθρώπινης ελευθερίας, μια τέτοια προσέγγιση ακούγεται αιρετική αν θεωρήσουμε με τον Κούντερα ότι ζούμε "την δικτατορία της καρδιάς στο βασίλειο του κιτς, όπου ο νους οφείλει να σιωπά".
Εν πάση περιπτώσει, από φωνολογική άποψη, η γλώσσα της χασμωδίας των φωνών που ακούσατε μοιάζουν να είναι τα αγγλικά. Πρόκειται για συνειδητή αντιστροφή: αντί για το συνηθισμένο άκουσμα ελληνικών που ηχούν ή συντάσσονται σαν αγγλικά, εδώ αποκαλύπτεται η ένταση ανάμεσα στην πίστη στην ταυτότητα και την πραγματιστική προσέγγιση της φιλοδοξίας για μεγιστοποίηση της επικοινωνίας στον μεγάλο και παραγωγικά δικτυωμένο κόσμο. Η υποκριτική σύμβαση απαιτεί την υποταγή στον καθωσπρεπισμό της προκαθορισμένης φόρμας, ή τέλος πάντων στη σκοπιμότητα της επικοινωνίας μέσα από στερεότυπα, αδιαφορώντας για την αφυδάτωση του νοήματος. Το αποτέλεσμα είναι μηχανιστικά παράγωγα που ρυπαίνουν και κατακλύζουν τον ορίζοντα του νου, με την αναπαραγωγή του ανώδυνου, του αυτονόητου.
Από την Ελλάδα των γλωσσικών αντιπαραθέσεων που φόρεσε τις μάσκες της ιδεαλιστικής καθαρότητας και του ριζικού πραγματισμού της δημοτικής, μέσα από επεισόδια λυρικής ανάτασης και επικής αντίστασης, φτάσαμε στην κουλτούρα της τηλεόρασης και την αφασία του "όλα είναι το ίδιο".
Δεν μιλώ για αφασία κατά τύχη. Το τραγούδι που ακούσατε είναι παραφασικό. Όλες οι γλώσσες έχουν τις δικές τους απαγορεύσεις, που απορρίπτουν και επιδιορθώνουν τα ξένα στοιχεία, τρόπον τινά όπως ένας ζωντανός οργανισμός προσβάλει τα μικρόβια που τυχόν εισέλθουν μέσα του. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, κάποιες απαγορεύσεις των ελληνικών εμποδίζουν τα αγγλικά να αποκρυσταλλωθούν και να πάρουν την επαρκή επικοινωνιακά μορφή τους.
Κι εδώ θα ήθελα να επικεντρωθώ αποκλειστικά στη γλώσσα, στον τρόπο που μια γλώσσα μεταλλάσσεται, εξαπλώνεται ή πεθαίνει.
Στο πανεπιστήμιο Λαβάλ του Κεμπέκ, διεξάγεται ερευνητικό πρόγραμμα με τον τίτλο COPHO (contraintes en phonologie/ φωνολογικοί περιορισμοί/ υπεύθυνη Carole Paradis) το οποίο έχει δείξει πως οι ίδιοι μηχανισμοί που εμπλέκονται στις διάφορες μορφές αφασίας, εμπλέκονται και στους τρόπους που μια γλώσσα φιλτράρει/ απορρίπτει / επιδιορθώνει τα ξένα στοιχεία. Η διαταραγμένη γλώσσα των αφασικών, προκύπτει και από το γεγονός ότι ο εγκέφαλός τους μπορεί να θεωρεί ξένη μια λέξη ή ένα φώνημα της δικής τους γλώσσας, με αποτέλεσμα να το επιδιορθώνει. Κατά την υποχώρηση μιας γλώσσας, παρόμοιοι μηχανισμοί μεταλλάσσονται, επιτρέποντας σταδιακά στα κριτήρια μιας ξένης γλώσσας να υπερισχύσουν, ώσπου η αδύνατη γλώσσα να χωνευτεί τελικά από την κυρίαρχη.
Ακόμη κι αν είναι υπερβολικό, θα ήθελα να καταλήξω, λέγοντας πως η αφασία για την οποία μιλώ, είναι ιδιαίτερα συχνή στη σημερινή Ελληνική πραγματικότητα, ως σύμπτωμα διαδικασιών μετάλλαξης της γλώσσας μας. Οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου μπορεί να είναι μεγαλύτερες απ'ότι φανταζόμαστε, αν λάβουμε υπ'όψη κάποιους παράγοντες που καθορίζουν την υποχώρηση και τον θάνατο μιας γλώσσας.
Το γλωσσολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Λαβάλ που ανέφερα και πριν, σε σχετική σελίδα στο διαδίκτυο μας πληροφορεί ότι το πρόβλημα γίνεται σοβαρό όταν μια κυρίαρχη γλώσσα κύρους παύει να θεωρείται ξένη από τους ομιλούντες ένα λιγότερο δυνατό ιδίωμα. Δεδομένου ότι τα στοιχεία της Ουνέσκο προβλέπουν την εξαφάνιση του 90% των μικρότερων γλωσσών που ομιλούνται ακόμη μέσα σε αυτόν τον αιώνα, φαίνεται ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο ανύπαρκτο όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Βέβαια, αυτή η διαδικασία, για κάποιους είναι απόλυτα φυσική.
Για όσους η διαδικασία αυτή δεν είναι ακριβώς φυσική, μπορώ να αναφέρω συμπληρωματικά τα εξής στοιχεία.
Μια γλώσσα υποχωρεί από τη στιγμή που παύει να εξαπλώνεται και χάνει μέρος της λειτουργικότητάς της στο κοινωνικό πεδίο, στην καθημερινότητα και που δεν είναι αποδοτική στο επίπεδο της οικονομίας. Οι παράγοντες που παίζουν ρόλο είναι στρατιωτικοί, δημογραφικοί, γεωγραφικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί. Σύμφωνα με τον πολιτικολόγο Jean Lapouce, όταν μια κοινότητα αποφασίζει πως το κόστος διατήρησης της γλώσσας της δεν αποδίδει επαρκώς κοινωνικά και ψυχολογικά, η γλώσσα εξαφανίζεται, όπως εξαφανίστηκαν τα Κέλτικα από το Yorkshire, όπου δεν χρησιμοποιούνται παρά για το μέτρημα των προβάτων. (Langue et territoire, 1984).
Σε όλα αυτά παίζει μεγάλο ρόλο ο πολιτικός παράγοντας. Η πρόκληση για τις μικρές γλώσσες συνίσταται στην ενδυνάμωσή τους με την επίτευξη αριστείας εντός του γεωγραφικού τους χώρου, ακόμη κι αν δεν διαθέτουν αριθμητική, οικονομική και τεχνολογική υπεροχή. Βέβαια, οι υψηλοί στόχοι έχουν και κινδύνους όταν δεν συνοδεύονται από τα απαραίτητα μέσα. Μια υπερβολικά φιλόδοξη γλωσσική πολιτική που θα έσπρωχνε μια μικρή γλώσσα να σταθεί ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο με δυσβάστακτο κόστος θα μπορούσε να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Από την άλλη ο εγκλεισμός και η γκετοποίηση οδηγούν σίγουρα στην ασφυξία για όσες γλώσσες χάσουν την επαφή με την εξελισσόμενη πραγματικότητα.
Η εξαφάνιση μιας γλώσσας είναι πάντα σταδιακή.
Συγκεκριμένα έχουν διαπιστωθεί 4 στάδια:
1. Συστηματική διγλωσσία της κοινωνικής ελίτ ενώ ο λαός μιλά μόνο μια γλώσσα.
2.Η λαϊκή μάζα γίνεται σταδιακά δίγλωσση στις πόλεις, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί παραμένουν μονόγλωσσοι.
3. Οι πόλεις προχωρούν στην πλήρη διγλωσσία και το φαινόμενο εξαπλώνεται στους αγροτικούς πληθυσμούς.
4. Κατά το τελευταίο στάδιο, οι αγροτικές επαρχιακές ζώνες αλλάζουν γλώσσα και ξαναγίνονται μαζικά μονόγλωσσες, αφήνοντας μόνο νησίδες δίγλωσσης έκφρασης.
Από γλωσσολογική άποψη, η ασθενής γλώσσα βλέπει το φωνητικό της σύστημα να κυριαρχείται από τους ήχους της κυρίαρχης, οι φράσεις συντάσσονται με βάση το σύστημα σύνταξης της κυρίαρχης γλώσσας, επέρχεται λεξικογραφική αφομοίωση και η ασθενής γλώσσα πεθαίνει σα να χωνεύεται από την δυνατή γλώσσα.
(παρουσίαση στο θέατρο Σχεδία στο πλαίσιο ημερίδας που είχε οργανώσει η κοινότητα Ανοικοδόμησης)
Ίσως να αναρωτηθήκατε τι πάει λάθος με αυτό το τραγούδι, τι συμβαίνει με τη χασμωδία του χορού, κάποια έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στη μουσική και τη φωνή, τι συμβαίνει με την παραμόρφωση της φωνής, τί λέγεται ακριβώς, σε ποιά γλώσσα.
Αν το άκουσμα σας φάνηκε προβληματικό, ίσως και να έχει επιτευχθεί ο στόχος της ηχογράφησης που ήταν η μη συμμόρφωση με κάποιο σχήμα κανονικότητας που θα κατέτασσε το τραγούδι σε μια συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη κατηγορία, με μόνη απαίτηση από τον ακροατή ν'αποφασίσει αν του αρέσει ή όχι. Φυσικά, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την καλλιεργημένη προδιάθεση των περισσότερων ακροατών να ασκήσουν το ελάχιστο υπόλειμμα μιας υποτιθέμενης ελευθερίας, που συνοψίζεται σε ένα "μου αρέσει" ή "δεν μου αρέσει".
Το τραγούδι αυτό που λέγεται Δρόμος, θα μπορούσε να είναι η λυρική αποτύπωση της μελαγχολίας ενός ταξιδιώτη, ο οποίος επιθυμεί μεν την επιστροφή στο σπίτι του, αλλά έχει χάσει κάθε ελπίδα για κάτι τέτοιο, οπότε το μόνο που έχει είναι ο δρόμος.
Ο ταξιδιώτης αυτός έχει χάσει τα κλειδιά της γλώσσας που θα την έκαναν λειτουργική για την πρακτική επικοινωνία και τον προσανατολισμό. Όμως δεν έχει χάσει το όχημα, δηλαδή το σώμα και την φωνή. Αλλά το σώμα και η φωνή χαρακτηρίζονται από πολλαπλότητα, από εντάσεις που τείνουν να διαλύσουν το ένα και μοναδικό σώμα, τη μια και μοναδική φωνή, τον ένα και συγκεκριμένο στόχο. Έτσι, η συνείδηση είναι υποχρεωμένη να διατρέχει συνέχεια την διαδρομή της, να ζει το παρελθόν σαν παρόν, σαν ένα σμήνος από παρούσες στιγμές που φέρνουν ζάλη. Αυτή η εμπειρία αποκλείει τον εφησυχασμό και τη σιγουριά που θα επεφύλασσε η επιστροφή στο σπίτι.
Κατ'ουσίαν το τραγούδι αναλογίζεται και αποτυπώνει την ένταση ανάμεσα στο νόημα ως σώμα και την μορφοποίησή του. Ένα νόημα που δυσκολεύεται να εντοπίσει το περιεχόμενό του, το οποίο συγχρόνως αποτολμά να εκφράσει. Η δυσάρεστη αυτή αίσθηση της εσωτερικής απόστασης, είναι η αποξένωση, αλλά και η απαραίτητη συνθήκη για την αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ιστορικότητα του είναι που ενεργοποιεί την σκέψη. Η συνέχεια δεν είναι δεδομένη, ούτε η αρχή ή το τέλος. Όλα είναι κατασκευασμένα και υπό διαπραγμάτευση.
Παρ'όλο που αντανακλά τους προβληματισμούς μιας ολόκληρης φιλοσοφικής παράδοσης της ανθρώπινης ελευθερίας, μια τέτοια προσέγγιση ακούγεται αιρετική αν θεωρήσουμε με τον Κούντερα ότι ζούμε "την δικτατορία της καρδιάς στο βασίλειο του κιτς, όπου ο νους οφείλει να σιωπά".
Εν πάση περιπτώσει, από φωνολογική άποψη, η γλώσσα της χασμωδίας των φωνών που ακούσατε μοιάζουν να είναι τα αγγλικά. Πρόκειται για συνειδητή αντιστροφή: αντί για το συνηθισμένο άκουσμα ελληνικών που ηχούν ή συντάσσονται σαν αγγλικά, εδώ αποκαλύπτεται η ένταση ανάμεσα στην πίστη στην ταυτότητα και την πραγματιστική προσέγγιση της φιλοδοξίας για μεγιστοποίηση της επικοινωνίας στον μεγάλο και παραγωγικά δικτυωμένο κόσμο. Η υποκριτική σύμβαση απαιτεί την υποταγή στον καθωσπρεπισμό της προκαθορισμένης φόρμας, ή τέλος πάντων στη σκοπιμότητα της επικοινωνίας μέσα από στερεότυπα, αδιαφορώντας για την αφυδάτωση του νοήματος. Το αποτέλεσμα είναι μηχανιστικά παράγωγα που ρυπαίνουν και κατακλύζουν τον ορίζοντα του νου, με την αναπαραγωγή του ανώδυνου, του αυτονόητου.
Από την Ελλάδα των γλωσσικών αντιπαραθέσεων που φόρεσε τις μάσκες της ιδεαλιστικής καθαρότητας και του ριζικού πραγματισμού της δημοτικής, μέσα από επεισόδια λυρικής ανάτασης και επικής αντίστασης, φτάσαμε στην κουλτούρα της τηλεόρασης και την αφασία του "όλα είναι το ίδιο".
Δεν μιλώ για αφασία κατά τύχη. Το τραγούδι που ακούσατε είναι παραφασικό. Όλες οι γλώσσες έχουν τις δικές τους απαγορεύσεις, που απορρίπτουν και επιδιορθώνουν τα ξένα στοιχεία, τρόπον τινά όπως ένας ζωντανός οργανισμός προσβάλει τα μικρόβια που τυχόν εισέλθουν μέσα του. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, κάποιες απαγορεύσεις των ελληνικών εμποδίζουν τα αγγλικά να αποκρυσταλλωθούν και να πάρουν την επαρκή επικοινωνιακά μορφή τους.
Κι εδώ θα ήθελα να επικεντρωθώ αποκλειστικά στη γλώσσα, στον τρόπο που μια γλώσσα μεταλλάσσεται, εξαπλώνεται ή πεθαίνει.
Στο πανεπιστήμιο Λαβάλ του Κεμπέκ, διεξάγεται ερευνητικό πρόγραμμα με τον τίτλο COPHO (contraintes en phonologie/ φωνολογικοί περιορισμοί/ υπεύθυνη Carole Paradis) το οποίο έχει δείξει πως οι ίδιοι μηχανισμοί που εμπλέκονται στις διάφορες μορφές αφασίας, εμπλέκονται και στους τρόπους που μια γλώσσα φιλτράρει/ απορρίπτει / επιδιορθώνει τα ξένα στοιχεία. Η διαταραγμένη γλώσσα των αφασικών, προκύπτει και από το γεγονός ότι ο εγκέφαλός τους μπορεί να θεωρεί ξένη μια λέξη ή ένα φώνημα της δικής τους γλώσσας, με αποτέλεσμα να το επιδιορθώνει. Κατά την υποχώρηση μιας γλώσσας, παρόμοιοι μηχανισμοί μεταλλάσσονται, επιτρέποντας σταδιακά στα κριτήρια μιας ξένης γλώσσας να υπερισχύσουν, ώσπου η αδύνατη γλώσσα να χωνευτεί τελικά από την κυρίαρχη.
Ακόμη κι αν είναι υπερβολικό, θα ήθελα να καταλήξω, λέγοντας πως η αφασία για την οποία μιλώ, είναι ιδιαίτερα συχνή στη σημερινή Ελληνική πραγματικότητα, ως σύμπτωμα διαδικασιών μετάλλαξης της γλώσσας μας. Οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου μπορεί να είναι μεγαλύτερες απ'ότι φανταζόμαστε, αν λάβουμε υπ'όψη κάποιους παράγοντες που καθορίζουν την υποχώρηση και τον θάνατο μιας γλώσσας.
Το γλωσσολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Λαβάλ που ανέφερα και πριν, σε σχετική σελίδα στο διαδίκτυο μας πληροφορεί ότι το πρόβλημα γίνεται σοβαρό όταν μια κυρίαρχη γλώσσα κύρους παύει να θεωρείται ξένη από τους ομιλούντες ένα λιγότερο δυνατό ιδίωμα. Δεδομένου ότι τα στοιχεία της Ουνέσκο προβλέπουν την εξαφάνιση του 90% των μικρότερων γλωσσών που ομιλούνται ακόμη μέσα σε αυτόν τον αιώνα, φαίνεται ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο ανύπαρκτο όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Βέβαια, αυτή η διαδικασία, για κάποιους είναι απόλυτα φυσική.
Για όσους η διαδικασία αυτή δεν είναι ακριβώς φυσική, μπορώ να αναφέρω συμπληρωματικά τα εξής στοιχεία.
Μια γλώσσα υποχωρεί από τη στιγμή που παύει να εξαπλώνεται και χάνει μέρος της λειτουργικότητάς της στο κοινωνικό πεδίο, στην καθημερινότητα και που δεν είναι αποδοτική στο επίπεδο της οικονομίας. Οι παράγοντες που παίζουν ρόλο είναι στρατιωτικοί, δημογραφικοί, γεωγραφικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί. Σύμφωνα με τον πολιτικολόγο Jean Lapouce, όταν μια κοινότητα αποφασίζει πως το κόστος διατήρησης της γλώσσας της δεν αποδίδει επαρκώς κοινωνικά και ψυχολογικά, η γλώσσα εξαφανίζεται, όπως εξαφανίστηκαν τα Κέλτικα από το Yorkshire, όπου δεν χρησιμοποιούνται παρά για το μέτρημα των προβάτων. (Langue et territoire, 1984).
Σε όλα αυτά παίζει μεγάλο ρόλο ο πολιτικός παράγοντας. Η πρόκληση για τις μικρές γλώσσες συνίσταται στην ενδυνάμωσή τους με την επίτευξη αριστείας εντός του γεωγραφικού τους χώρου, ακόμη κι αν δεν διαθέτουν αριθμητική, οικονομική και τεχνολογική υπεροχή. Βέβαια, οι υψηλοί στόχοι έχουν και κινδύνους όταν δεν συνοδεύονται από τα απαραίτητα μέσα. Μια υπερβολικά φιλόδοξη γλωσσική πολιτική που θα έσπρωχνε μια μικρή γλώσσα να σταθεί ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο με δυσβάστακτο κόστος θα μπορούσε να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Από την άλλη ο εγκλεισμός και η γκετοποίηση οδηγούν σίγουρα στην ασφυξία για όσες γλώσσες χάσουν την επαφή με την εξελισσόμενη πραγματικότητα.
Η εξαφάνιση μιας γλώσσας είναι πάντα σταδιακή.
Subscribe to:
Posts (Atom)
Πηγή έμπνευσης: http://www.tvxs.gr/v12751
Το παρακάτω άρθρο αποτελεί ακόμη μια προσφορά στο μέλλον της πατρίδας μας (heimat)
Εμβόλιμη εισαγωγή/σύνοψη:
Βρίσκω αλλού ξημερωμένο όποιον δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη της βιωματικής σύνδεσης ανάμεσα στον τραγουδοποιό ή λαϊκό μουσικό και τον κόσμο. Η Lhasa τραγουδά σε δυο τρεις γλώσσες, αλλά είναι όλες δικές της, έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτές τις γλώσσες. Από την άλλη, η Αρβανιτάκη για παράδειγμα αγγίζει πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Γιατί; Μα βέβαια, επειδή δεν μαϊμουδίζει, αλλά έχει αυθεντική φωνή που συχνά υπερβαίνει τα γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, κάτι που ισχύει για κάθε μουσικό που έχει τα πόδια του στη γη, στο συγκεκριμένο, σε κάποιο πραγματικό τόπο. Από μια τέτοια στέρεη βάση μπορείς να ξεκινήσεις για να κάνεις όλων των ειδών τα πειράματα, αλλά προϋπόθεση είναι να αναγνωρίσεις το έδαφος όπου πατάς. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμπώματα μιμητισμού, ναρκισιστικά πειράματα στο κενό.
...Λοιπόν, συνήθως δεν γίνομαι bitchy,
αλλά, επειδή έχει παραγίνει το πράγμα με την φόρα γε-γε των πολιτισμικών παραγωγών με όνειρα διεθνούς μεγαλείου (optional κομπολόϊ ή φράτζα) που χουρχουρίζουν ανοιχτόστομα καταπίνοντας το τελευταίο αφόδευμα του ΝΜΕ* αν βγαίνει ακόμα η χαζοφυλλάδα και καταντήσαμε τη Μόνικα ανίκανη να ψελλίσει το όνομά της χωρίς proforah... ήθελα να σας πω ότι τα αγγλοκεντρικά γκρουπάκια ψιλοανακατέβουν τη σούπα των υπολειμμάτων από τις προηγούμενες δεκαετίες της naive έκφρασης (λουλούδια, από τ'αυτιά ως την κωλότσεπη του Μόρισσι...), όταν ακόμη η κουλτούρα έβγαινε κυρίως από την μεταμοντέρνα Δύση και νομίζαμε ότι αυτή η μαυρίλα, η παραφορά, η θλίψη που ψυχανεμιζόταν το τέλος της ηγεμονίας της, αποτελούσε κοσμικό επιφαινόμενο, αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν "universal".
Η ποπ κουλτούρα βεβαίως βεβαίως, αργοπορώντας όσο έμενε κυρίαρχη η ΤV και με απίστευτη επιτάχυνση (να μη σκεφτώ καν τι γίνεται πια, στα χρόνια του Web2), έφτασε αισίως στον τοίχο του φυσικού ήχου, στον θόρυβο, στην απρόσωπη κυβερνοποπ, στα τυχαία ηχητικά συμβάντα... ξεπήδησαν οι πραγματικά ζωντανές και αυτονομημένες σκηνές fusion από την Βαρκελώνη μέχρι τη Λαχώρη και το Τόκυο. Πήρε φωτιά το τοπίο, εξατμίστηκε όλο. Και κολυμπάμε πια σε αυτό το ψυχονέφος... κολυμπάμε δίχως υποχρεώσεις σε άλλον πέρα από τη συνείδησή μας, σίγουρα δίχως σιγουριά, δίχως γνώση που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση.
Έρχονται τώρα καθυστερημένα κάποιοι νοσταλγοί του μαζικού ροκ και της αυθεντίας... (οι λάτρεις του μπλε χαπιού) να μας πουλήσουν φούμαρα για μεταξωτές κορδέλλες. Nice old expression. Το ίδιο κάνουν και τα έμο υβρίδια, δεν λέω. Αρσενικό και θηλυκό, γιν γιαν. Nαι, ήθελα λοιπόν να πω, ότι it's OK, όποιος θέλει να πληρώσει για να χαζέψει τους περιφερόμενους με το τελευταίο χιτάκι, σιντάκι, ποντκαστάκι κλπ, ...it's OK, όποιος θέλει θα το κάνει και θα κατεβάσει και μερικές μπύρες και από κει και πέρα θα του αρέσει ότι κι αν κουδουνίζει μέσα στα αυτιά του, όπως γινόταν πάντα. Όμως, μη μας ζαλίζετε άλλο με το τελευταίο trend se agglikia glwssa... υπερθεματίζοντας αναίσχυντα! Γιατί εκεί που βρεθήκαμε ο κόσμος σήμερα... Τί αξίζει να ακούει κανείς;
Τί, πώς, πού...
Αφού μπορεί να κάνει remix κανείς την ίδια του τη ζωή, σερφάροντας στα δαιδαλώδη φιορδ με Σομαλούς και άλλους πειρατές, μαθαίνοντας καθημερινά κόλπα και ρουφώντας την μεμοραμπίλια που σέρνεται άπλετη στο διαδίκτυο: να βρίσκεται με τους φίλους του (επιτρέψτε μου: Gal Kosta, Shostakovich, Bliki Circus, Edgard Varèse, 武満徹, Henryk Górecki, Nusrat Fateh Ali Khan u know what I mean) ή μόνη/ος, με ένα καλό ζευγάρι ηχεία και να απολαμβάνει σύμμεικτα περιβάλλοντα, βιολογικών φρούτων με κρασί, πνοές φρέσκου αέρα, ησυχίας, ένα κίτρινο βιβλίο μέχρι να δύσει ο ήλιος και άμα λάχει, έναν υπνάκο, ακόμη και γιόγκα.
Κοινώς,
το τί σαρώνει την υφήλιο (πέρα από τη βλακεία),
το τι είναι διάφανο με υψηλές προδιαγραφές (πέρα από την κουνουπιέρα μου),
το τι αποτελεί ρευστό μεθυστικό ρόφημα (πέρα από το τσάι Ντε Νι) και
το τι είναι ασεβές (πέρα από την άρνηση να παραμυθιαστούμε κατά παραγγελία),
τα τέσσερα ως άνω και πολλά άλλα, αποτελούν σειρά ερωτημάτων που επιδέχονται πολλαπλές λύσεις, κατά τρόπο που αν ήταν πολυώνυμο δεν θα είχε απαραίτητα γραφική παράσταση συγκλίνουσα στα γκισέ κάποιου διασκεδαστηρίου ή άλλης νυχτερινής πίστας.
Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά, καλή προσγείωση στα έπεα**.
*νάσιοναλ μιούζικαλ εξπρές
**πτερόεντα
Εμβόλιμη εισαγωγή/σύνοψη:
Βρίσκω αλλού ξημερωμένο όποιον δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη της βιωματικής σύνδεσης ανάμεσα στον τραγουδοποιό ή λαϊκό μουσικό και τον κόσμο. Η Lhasa τραγουδά σε δυο τρεις γλώσσες, αλλά είναι όλες δικές της, έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτές τις γλώσσες. Από την άλλη, η Αρβανιτάκη για παράδειγμα αγγίζει πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Γιατί; Μα βέβαια, επειδή δεν μαϊμουδίζει, αλλά έχει αυθεντική φωνή που συχνά υπερβαίνει τα γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, κάτι που ισχύει για κάθε μουσικό που έχει τα πόδια του στη γη, στο συγκεκριμένο, σε κάποιο πραγματικό τόπο. Από μια τέτοια στέρεη βάση μπορείς να ξεκινήσεις για να κάνεις όλων των ειδών τα πειράματα, αλλά προϋπόθεση είναι να αναγνωρίσεις το έδαφος όπου πατάς. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμπώματα μιμητισμού, ναρκισιστικά πειράματα στο κενό.
...Λοιπόν, συνήθως δεν γίνομαι bitchy,
αλλά, επειδή έχει παραγίνει το πράγμα με την φόρα γε-γε των πολιτισμικών παραγωγών με όνειρα διεθνούς μεγαλείου (optional κομπολόϊ ή φράτζα) που χουρχουρίζουν ανοιχτόστομα καταπίνοντας το τελευταίο αφόδευμα του ΝΜΕ* αν βγαίνει ακόμα η χαζοφυλλάδα και καταντήσαμε τη Μόνικα ανίκανη να ψελλίσει το όνομά της χωρίς proforah... ήθελα να σας πω ότι τα αγγλοκεντρικά γκρουπάκια ψιλοανακατέβουν τη σούπα των υπολειμμάτων από τις προηγούμενες δεκαετίες της naive έκφρασης (λουλούδια, από τ'αυτιά ως την κωλότσεπη του Μόρισσι...), όταν ακόμη η κουλτούρα έβγαινε κυρίως από την μεταμοντέρνα Δύση και νομίζαμε ότι αυτή η μαυρίλα, η παραφορά, η θλίψη που ψυχανεμιζόταν το τέλος της ηγεμονίας της, αποτελούσε κοσμικό επιφαινόμενο, αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν "universal".
Η ποπ κουλτούρα βεβαίως βεβαίως, αργοπορώντας όσο έμενε κυρίαρχη η ΤV και με απίστευτη επιτάχυνση (να μη σκεφτώ καν τι γίνεται πια, στα χρόνια του Web2), έφτασε αισίως στον τοίχο του φυσικού ήχου, στον θόρυβο, στην απρόσωπη κυβερνοποπ, στα τυχαία ηχητικά συμβάντα... ξεπήδησαν οι πραγματικά ζωντανές και αυτονομημένες σκηνές fusion από την Βαρκελώνη μέχρι τη Λαχώρη και το Τόκυο. Πήρε φωτιά το τοπίο, εξατμίστηκε όλο. Και κολυμπάμε πια σε αυτό το ψυχονέφος... κολυμπάμε δίχως υποχρεώσεις σε άλλον πέρα από τη συνείδησή μας, σίγουρα δίχως σιγουριά, δίχως γνώση που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση.
Έρχονται τώρα καθυστερημένα κάποιοι νοσταλγοί του μαζικού ροκ και της αυθεντίας... (οι λάτρεις του μπλε χαπιού) να μας πουλήσουν φούμαρα για μεταξωτές κορδέλλες. Nice old expression. Το ίδιο κάνουν και τα έμο υβρίδια, δεν λέω. Αρσενικό και θηλυκό, γιν γιαν. Nαι, ήθελα λοιπόν να πω, ότι it's OK, όποιος θέλει να πληρώσει για να χαζέψει τους περιφερόμενους με το τελευταίο χιτάκι, σιντάκι, ποντκαστάκι κλπ, ...it's OK, όποιος θέλει θα το κάνει και θα κατεβάσει και μερικές μπύρες και από κει και πέρα θα του αρέσει ότι κι αν κουδουνίζει μέσα στα αυτιά του, όπως γινόταν πάντα. Όμως, μη μας ζαλίζετε άλλο με το τελευταίο trend se agglikia glwssa... υπερθεματίζοντας αναίσχυντα! Γιατί εκεί που βρεθήκαμε ο κόσμος σήμερα... Τί αξίζει να ακούει κανείς;
Τί, πώς, πού...
Αφού μπορεί να κάνει remix κανείς την ίδια του τη ζωή, σερφάροντας στα δαιδαλώδη φιορδ με Σομαλούς και άλλους πειρατές, μαθαίνοντας καθημερινά κόλπα και ρουφώντας την μεμοραμπίλια που σέρνεται άπλετη στο διαδίκτυο: να βρίσκεται με τους φίλους του (επιτρέψτε μου: Gal Kosta, Shostakovich, Bliki Circus, Edgard Varèse, 武満徹, Henryk Górecki, Nusrat Fateh Ali Khan u know what I mean) ή μόνη/ος, με ένα καλό ζευγάρι ηχεία και να απολαμβάνει σύμμεικτα περιβάλλοντα, βιολογικών φρούτων με κρασί, πνοές φρέσκου αέρα, ησυχίας, ένα κίτρινο βιβλίο μέχρι να δύσει ο ήλιος και άμα λάχει, έναν υπνάκο, ακόμη και γιόγκα.
Κοινώς,
το τί σαρώνει την υφήλιο (πέρα από τη βλακεία),
το τι είναι διάφανο με υψηλές προδιαγραφές (πέρα από την κουνουπιέρα μου),
το τι αποτελεί ρευστό μεθυστικό ρόφημα (πέρα από το τσάι Ντε Νι) και
το τι είναι ασεβές (πέρα από την άρνηση να παραμυθιαστούμε κατά παραγγελία),
τα τέσσερα ως άνω και πολλά άλλα, αποτελούν σειρά ερωτημάτων που επιδέχονται πολλαπλές λύσεις, κατά τρόπο που αν ήταν πολυώνυμο δεν θα είχε απαραίτητα γραφική παράσταση συγκλίνουσα στα γκισέ κάποιου διασκεδαστηρίου ή άλλης νυχτερινής πίστας.
Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά, καλή προσγείωση στα έπεα**.
*νάσιοναλ μιούζικαλ εξπρές
**πτερόεντα
