Showing posts with label σεξ. Show all posts
Showing posts with label σεξ. Show all posts
Thursday, August 4, 2011
Φίλα με Μίλτο, φίλα με
(Ομόνοια, Τρίτη, 2 Αυγούστου, ξημερώματα/Μια ιστορία από τον Μ.Κ.)
Όλη η ιστορία ξεκίνησε όταν πήγα στο περίπτερο στην Ομόνοια να ρίξω μια ματιά στις ξένες εφημερίδες. Έρχεται λοιπόν αυτός, νέος -και θα τολμούσα να πω, γοητευτικός (για τέτοιο μέρος και τέτοια ώρα). Μου λέει "μιλάτε ελληνικά;" Λέω "ναι". Υπέθεσα ότι ήταν τζάνκι.
Αρχίζει να μου λέει κάτι ιστορίες ότι η μάνα του δεν έχει γυρίσει σπίτι και αυτός δεν έχει κλειδιά να μπει κι έχει πεινάσει και αν μπορώ να του πάρω κάτι να φάει... δεν χρειάζεται να του δώσω χρήμα, απλά να του πάρω κάτι να φάει.
Πως μου έρχεται εμένα τότε και δεν θέλω να βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως επειδή δεν μου αρέσει να με υποτιμούν. Προτιμώ να μου πει απλά ο άλλος τι θέλει και αν μπορώ βοηθάω.
Του ζητάω λοιπόν να με αφήσει γιατί δεν έχω την διάθεση να ακούσω τις ιστορίες του και δεν θα ήθελα την συγκεκριμένη στιγμή να τον βοηθήσω.
Με κοιτάει στα μάτια διερευνητικά και τον κοιτάζω κι εγώ εξ'ίσου έντονα.
Δεν ξέρω αν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας ή θανάσιμο μίσος αυτό που γεννήθηκε σε μια στιγμή.
Αρχίζει να μιλά διαφορετικά "α, δεν θέλεις με το καλό ε; επειδή είσαστε γκέϊ νομίζετε ότι σας ανήκει ο κόσμος ε; νομίζεις ότι θα μου κοστίσει τίποτα να σου χώσω δυο μπουνιές; το θέλεις, δεν το θέλεις; να φας δυο μπουνιές..."
"Τί είναι αυτά που λες;"
"Γιατί, νομίζεις ότι δεν το βλέπω; Ότι είσαι πούστης;"
"Και τί σε νοιάζει εσένα τι είμαι; Σου είπα εγώ τίποτα που είσαι τζάνκι;"
"Εγώ δεν είμαι τζάνκι." Μου δείχνει τις φλέβες των χεριών του. "Εσύ είσαι τζάνκι από πίσω".
Αρχίζει λοιπόν ένα παραλήρημα και δεν με αφήνει να φύγω.
Τρέχω στο φαστ φουντ της γωνίας και παρακαλώ τον ιδιωτικό φρουρό να με βοηθήσει. "Εγώ μόνο εδώ στο κατάστημα είμαι" μου εξηγεί ο σεκιουριτάς.
"Μα, γι αυτό μπήκα! Μου ζήτησε χρήματα αυτός εκεί, δεν του έδωσα και με απειλεί! Δεν μου έχει τύχει ξανά αυτό." Η κοπέλα πίσω από τα γλυκά σηκώνει το κεφάλι της στιγμιαία και ψιθυρίζει "όλοι έτσι είναι εδώ πέρα". "Όχι, δεν μου έχει ξανατύχει" της λέω.
Ο τύπος μας κοιτάζει απ έξω με ένα χαμόγελο. Ξαφνικά πάει στο απέναντι πεζοδρόμιο και λέει κάτι σε ένα περαστικό αυτοκίνητο. Σκύβει στο παράθυρο του οδηγού και μιλάει.
Βρίσκω ευκαιρία και ξεπετιέμαι στον δρόμο. Περπατάω γρήγορα προς τα κάτω στην Αθηνάς. Στα εκατόν πενήντα μέτρα τον ακούω πάλι από πίσω μου. Μου φωνάζει να σταματήσω. Σταματάω.
"Τί θέλεις από μένα;"
Αρχίζει να με κατηγορεί ότι του μίλησα άσχημα και ότι δεν μου ζήτησε και τίποτα παράλογο κ.λπ. Έχει επανέλθει σε ένα τόνο λογικής. Του εξηγώ ότι η περιοχή είναι γεμάτη τζάνκι και ότι αν όντως είναι καθαρός, θα έπρεπε να πάει στο Μοναστηράκι να αναζητήσει να φάει κάτι. Ότι εκεί έχει πιο πολύ κόσμο και οι άνθρωποι είναι λιγότερο επιφυλακτικοί.
"Πού είναι το Μοναστηράκι;"
"Δεν ξέρεις;"
"Μα δεν είμαι από δω".
"Από πού είσαι;"
"Είδες που βιάστηκες να με χαρακτηρίσεις; Από Χαλκίδα είμαι." Τώρα είναι συγκαταβατικός, σχεδόν τρυφερός.
Κι αρχίζει πάλι. Μου λέει ότι είναι καθαρός. Αλλά το ξεχειλώνει: "..δηλαδή εδώ στην Ομόνοια είναι τζάνκι αυτοί; Α... γι'αυτό έρχονταν κάτι μαύροι και ήθελαν να μου πουλήσουν χασίς. Ξέρεις, μια φορά μόνο μου έδωσαν να δοκιμάσω και ζαλίστηκα. Δεν γούσταρα..."
"Φίλε" τον σταματάω "δεν μου μοιάζεις τόσο ανυποψίαστος. Τέλος πάντων, δεν ξέρω πως θα το λύσεις το πρόβλημά σου, αλλά εγώ θα ήθελα να πάω σπίτι μου."
"Δεν έχεις να πας πουθενά!"
"Θα πρέπει να καταλάβεις ότι στον δρόμο υπάρχει ένας κώδικας συμπεριφοράς. Δεν τον σεβάστηκες. Μου επιτέθηκες. Άφησέ με ήσυχο τώρα!"
"Αφού δεν θέλεις με τον καλό τρόπο υπάρχει κι άλλος!" Έίναι η άλλη προσωπικότητα. Με βρίζει. Επιταχύνω το βήμα. Έρχεται από πίσω μου.
"Πού θα πας μωρή; Θα σε γαμήσω. Επειδή κάνατε ένα γκέϊ παρέϊντ νομίζεις ότι θα γλυτώσεις; Έτσι, έτσι, περπάτα πιο γρήγορα. Θέλω να σε δω να τρέχεις."
Όντως είμαι στο όριο να το βάλω στα πόδια. Τον ακούω από πίσω μου σαν μανιακό να με απειλεί.
Μπαίνω σε ένα ξενοδοχείο, στο Μπέϊμπι Γκραντ. Ο μισοκοιμισμένος φύλακας σηκώνεται. "Καλησπέρα". Είναι νέο παιδί, πιο ψηλός από μένα και λίγο παχουλός.Του εξηγώ την κατάσταση. Μου λέει να καθίσω. Μου λέει να πάρω την αστυνομία εφ'όσον νοιώθω ότι απειλείται η ζωή μου. "Δεν έχετε τηλέφωνο πάνω σας;" "Ναι έχω". Κάθομαι μόνος στο ημίφως της κεντρικής αίθουσας. Βγάζω το τηλέφωνο. Είμαι σαστισμένος. Ψάχνω να βρω το μενού. Μου παίρνει πέντε λεπτά να σχηματίσω το νούμερο της άμεσης δράσης.
Ο φύλακας έχει πάει έξω και συζητάει με τον διώκτη μου. Βγαίνω να δω το νούμερο του κτηρίου του ξενοδοχείου, για να το δώσω στην τηλεφωνήτρια της αστυνομίας.
Ο διώκτης μου κάνει συστάσεις στον φύλακα, να μην μπλέκεται σε κάτι που δεν τον αφορά κι ότι δεν ξέρει τι έχει μεσολαβήσει. Λέει ότι εγώ έχω βρωμόστομα και ότι τον κακοποίησα. Ότι του την έπεσα. Κοινώς, έχει αντιστρέψει την ιστορία και υποστηρίζει ότι είναι ένα παιδί που έπεσε θύμα ενός διεστραμμένου.
Ο φύλακας του ξενοδοχείου έρχεται σε μένα. Με κοιτάζει κάπως φοβισμένος. Φαίνεται πως αυτά που του έλεγε ο άλλος τον έκαναν να σφιχτεί απέναντί μου. Παραμένει ευγενής. Όχι όμως υποστηρικτικός όπως προηγουμένως. Προηγουμένως είχα προσπαθήσει να εξηγήσω γιατί βρισκόμουν στην Ομόνοια και δεν με είχε αφήσει. Μου είπε "για τους δικούς σας λόγους. Ελεύθερος άνθρωπος είσαστε." Όμως ο διώκτης μου είναι πονηρός. Είναι πραγματικά παθιασμένος ως προς την εκδοχή που υποστηρίζει. Δεν φεύγει. Περιμένει εκεί έξω να έρθει η αστυνομία.
Μου φωνάζει ακόμη: "Θέλω να μας πάνε μαζί και να μας βάλουν στο ίδιο κελί. Εκεί θα δεις τι πούτσο θα φας. Αυτό δεν ήθελες. Θα δεις. Θα καλοπεράσεις στην αστυνομία."
Κάποια στιγμή κινείται προς τα πλάγια του ξενοδοχείου, στο σκοτεινό στενό. Ξεκουμπώνει επιδεικτικά το παντελόνι του: "πάω να ρίξω ένα κατούρημα" μου κάνει, "έχεις ακόμη χρόνο να το βάλεις στα πόδια".
Επιτέλους έρχεται το αστυνομικό. Ο διώκτης μου τρέχει στο παράθυρο και αρχίζει να τους μιλάει με ένταση. Τους μιλάει για αρκετά λεπτά. Εγώ περιμένω στην πόρτα του ξενοδοχείου, δίπλα στον υπάλληλο. Επιτέλους, ο αστυνόμος έρχεται προς εμένα με ύφος αυστηρό.
"Γειά σας" του κάνω "χρειάζομαι βοήθεια. Αυτός ο άνθρωπος μου ζήτησε χρήματα και δεν του έδωσα. Από τότε με ακολούθησε και με απειλεί."
"Θα κάνετε μήνυση;"
Διστάζω. "Όχι..." τον κοιτάζω μπερδεμένος.
"Δεν μπορώ να κάνω τίποτα" μου λέει κοφτά. Κοντοστέκεται: "Γνωρίζεστε με τον κύριο;"
"Όχι! Διάβαζα ξένες εφημερίδες στο περίπτερο, στην πλατεία και ήρθε και μου μίλησε"
"Δηλαδή άμα πάμε τώρα στον κυρ-(κάποιο όνομα) στο περίπτερο και ρωτήσουμε, θα επιβεβαιώσει ότι διάβαζες εφημερίδες;"
"Δεν ξέρω αν με είδε γιατί είναι πλάϊ στο περίπτερο οι εφημερίδες σε ένα σταντ. Όμως σίγουρα με θυμάται το παιδί, ο φύλακας στο φαστ. Κοιτάξτε, έρχομαι συχνά εδώ, περπατώ, διαβάζω εφημερίδες, γνωρίζω την περιοχή. Πολλές φορές βοηθάω κιόλας τους χρήστες, τους παίρνω φαγητό. Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν είναι χρήστης. Δεν ξέρω τι είναι. Καταλαβαίνετε;"
Κατεβάζει το κεφάλι και μουρμουρίζει "μωρέ εγώ καταλαβαίνω περισσότερα από όσα νομίζεις".
Συμπληρώνουν τα στοιχεία μας, μας δίνουν πίσω τις ταυτότητες, επιβεβαιώνω ότι δεν θέλω να μπλέξω με νομική διαδικασία και δεν θα κάνω μήνυση, απλά ζητώ να με πάνε με το αστυνομικό πιο κάτω για να γλυτώσω. Μου λένε "περάστε κύριε" και μπαίνω στο αυτοκίνητο.
"Αυτή τη φορά την γλύτωσες, αλλά εδώ είμαστε" μου λέει ο διώκτης μου πάνω από τις μύτες των αστυνομικών, σκύβοντας πάνω στο καπώ.
"Ευχαριστώ πολύ" του απαντώ.
Στο αμάξι συνεχίζω να τους εξηγώ την κατάσταση. Αισθάνομαι υποχρεωμένος να τους δώσω να καταλάβουν ποιός είμαι. Θέλω να καταλάβουν ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών άνθρωποι και να μην κρίνουν με βάση τις προκαταλήψεις τους. Τους λέω ότι μ'ενδιαφέρει να περπατώ στην πόλη μου και να βλέπω τι γίνεται. Ότι καταλαβαίνω τι σημαίνει να είναι κανείς εξαθλιωμένος, στον δρόμο και γι'αυτό κρατώ πάντα τις σωστές αποστάσεις και δείχνω σεβασμό σε όλους.
"Ρε μήπως δεν τα βρήκατε στην συμφωνία;" μου πετάει απηυδησμένος ο οδηγός.
"Τί; ότι δηλαδή πήγα εγώ για ναρκωτικά και..."
"Όχι ναρκωτικά. Ξέρεις"
Τους λέω ότι καταλαβαίνω τη θέση τους, ότι δεν είναι σε θέση να επαληθεύσουν τις ιστορίες του καθενός, όμως εν πάση περιπτώσει, εγώ οφείλω να τους εξηγήσω ακόμη μια φορά ότι δεν είχα πάει στην Ομόνοια για αγοραπωλησίες κι ότι ο άνθρωπος που με καταδίωξε είναι παθολογικός και θα μπορούσε να κάνει κακό.
Και οι δύο αστυνομικοί είναι ξανθοί. Ο συνοδηγός του, ένα πολύ νέο και στρουμπουλό παιδί, δεν μιλά καθόλου. Μόνο μια φορά προηγουμένως ήρθε κοντά μου με ένα βιβλίο συμβάντων και κατέγραψε όνομα και διεύθυνση. Έμοιαζε τρομοκρατημένος.
"Γειά σας κύριε" μου κάνει ο οδηγός καθώς με κατεβάζουν στο Μοναστηράκι. "Σας ευχαριστώ πολύ" απαντώ. Κλείνω την πόρτα και χάνομαι στα στενά του Γιουσουρούμ.
Καθώς περπατώ μόνος, νοιώθω σα να με έχουν δείρει. Παρ' όλ'αυτά, μου έχει εντυπωθεί το πάθος αυτού του ανθρώπου για μένα, έστω δολοφονικό πάθος. Μου έρχεται στο νου η σκηνή με την Μερκούρη στο ρόλο της Στέλλας και τον Μίλτο που κρατά μαχαίρι. Φαντάζομαι εναλλακτικά τον Μίλτο να κυνηγάει τη Στέλλα αντί να της λέει να μην τον πλησιάσει. Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει διαφορά. Ή μάλλον, ναι, υπάρχει. Ο Μίλτος που κυνηγάει τη Στέλλα... πάει το δράμα. Εδώ αρχίζει το σπλάτερ, η κωμωδία.
Monday, July 21, 2008
Xm

μισό λίτρο παγωτό καϊμάκι πολίτικο, φλούδες καρύδα, τρίμμα καρύδα, φλούδια κρεμμυδιού βιολογικού. Αναμμένο ερ κοντίσιον κλίμα live, φύλλα κιτρινισμένα στην ταράτσα, γνωρίζω πως όταν θέλω διαθέτω ένα βασικό ταλέντο που είναι ο αυτοσχεδιασμός με ότι διαθέτω, παρά τα χτυπήματα η όρεξη καλά κρατεί, στροβιλίζεται το σώμα στον ζεστό αέρα, κλείνεται στον κύκλο του, στους τέσσερις τοίχους, κλείνεται όσο κρατήσει η μέρα, μακριά από το κέντρο, μακριά από τα ίδια λόγια που έχει πει και δεν κρατιέται να αρθρώσει πάλι, μακριά από τις παραλίες με τους άντρες που περπατούν στα χέρια, στο Φάληρο.
Μαλακίες πάλι, σώπα. Κάνε έτσι και τράβα την φράτζα από το κούτελο! Τί χάλια είναι αυτά; Πήγαινε πλύσου. Πού γύριζες χθες τη νύχτα;
Στην ηλικία μου τί έκανες; Δεν γύριζες;
Γύριζα και αναρωτιέμαι πως δεν έπαθα κάτι. Τύχη. Καθαρή τύχη.
Πού ξέρω εγώ αν έπαθες. Σκοπεύεις να με προστατέψεις;
Με μια σπάτουλα μαζεύω το αλεύρι από το τραπέζι, έχω ιδρώσει, σκέφτομαι τι άλλο χρειάζομαι, ίσως λίγο ακόμη μοσχοκάρυδο να προσθέσω στη γέμιση πριν προχωρήσω. Αναμμένος ο φούρνος στους 200 και λίγο παραπάνω ήθελα, 250. Να μπει μέσα το ταψί και να ραντίσω με νεράκι να κάνει ατμό και να πάρει να ψήνεται αμέσως...
Όλα είναι πάλι όπως το φοβόμουν. Υπάρχει ένας αδύνατος απέναντι, ένας κακομοίρης εικοσάχρονος -ψηλός, ξανθός, αδύνατος, ένα ενενήντα, σερβίρει και καθαρίζει τραπέζια, χωράει να κάτσει στη φούχτα σου, πάει έρχεται, κρίμα, κρίμα. Θα γίνεις κάποιος με συγγενείς, με προβληματάκια, με παιδιά, σύζυγος με αμάξι, σοβαρός μπαμπάς, θα γίνεις λειώμα ένα βράδυ παρέα με τον άλλο που ξύρισε το κεφάλι και περνά τα απογεύματα στο ψιλικατζίδικο να χαζεύει αθλητικές εφημερίδες. Βαρύς και κάπως νόστιμος, χαζεύω τον χρόνο που δεν γίνεται τίποτα.
Κάθεσαι στην καρέκλα, απαθής, κενός. Έχεις φίλους τον κοντοκώλη με το μοτοσακό, τον νόστιμο που λάκισε προς Αλβανία, έχεις την αδερφή σου, ολημερίς νύχια και να καθαρίζει ροζ πενηνταράκι σκούτερ βέσπα... τι σκατά, έξω η κοιλιά της, σκουλαρίκια στον αφαλό, σκατά, όλα σκατά, όλα αυτά, αν έχεις τύχη θα αστράψει ο θεός που πιστεύετε ένα αστροπελέκι να σας φυτρώσει εκεί μέσα στο νου μια ελπίδα, να χάσει ο κόσμος το αυστηρό του πρόσωπο και να ανοίξει τρύπα στο στερέωμα, να φέξει από μέσα μπλε μαύρο, να υποψιαστείτε μια σταλιά και να φρίξετε, να βγάλετε αφρούς από το στόμα και φρικιώντας, με ένα βιβλίο στο δεξί και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο άλλο, περιδιαβαίνοντας πάνω κάτω το δωμάτιο, θα αγγίξετε λίγο το τραπέζι, σα να χαϊδεύετε κάποιον. Θα διατυπώσετε την ευχή να πεθάνουν όλοι οι άλλοι, θα ακούσετε την ευχή σας και θα φρίξετε περισσότερο, θα πεταχτείτε κάθιδροι, θα αγαπήσετε τον τελευταίο ψωριάρη με πρησμένη κόκκινη μύτη, κόκκινα μάτια, στη Συγγρού, στο Φάληρο, στην άδεια Ακαδημίας.
Θα μουρμουρίσετε σε μια δυο γλώσσες και θα κινήσετε μεμιάς την διαδικασία αποχής από τον κόσμο με τις ροζ κουρτίνες, τα λουλούδια, τα χαμόγελα, τα σκατά με περιτύλιγμα και μηδέν βιταμίνη, τρως καλά καλά και μένεις άδειος, άντε να ψωνίσεις οτιδήποτε και να είναι όλα fine, γαμημένε φίλε, άνοιξε λίγο και αναρωτήσου πως εγώ και πως εσύ, σε λίγο, πως θα χάσουμε ότι μας δόθηκε, πως θα ξυνίσουν οι καρποί, θα ματώσουν τα στήθη, τα μάγουλα, οι σκιές της πείνας, της αρρώστιας, τα ίδια λένε όλοι για την εποχή που θα βασιλεύει ο Τένκο Ντρίο των γκρι.
Μη φοβάσαι Βέρα. Πήγαινε μια βόλτα.
Α, όλα ΟΚ τώρα;
Ναι.
Και το παραλήρημα; Τί λες τόση ώρα μόνη σου στην κουζίνα;
Τίποτα. Είχα αφήσει ανοιχτό το ραδιόφωνο και έπαιζε. Ήταν μια φωνή...
Πού έλεγε τί; Άκουσα να βρίζει. Κάποιος έβριζε.
Δεν ήμουν εγώ. Ξέρεις να βρίζω;
Καλώς. Φεύγω. Με περιμένει ο Γιώργος.
Το λές σα να είναι μικρό παιδί. Συμμαθητής σου;
Όχι. Ενας μπόμπιρας που με βοηθάει με το παιχνίδι. Σοφτ Q.
Τί είναι;
Μια μαλακία, αλλά ξέρει καλά.
Παιχνίδι;
Ναι.
Την κοιτάζω να κατεβαίνει τη σκάλα. Μια με το ένα χέρι, μια με το άλλο.
Κυλά απαλά σα νεαρός αραχνοπίθηκος. Με τα κρόσια του δερμάτινου στη σκάλα. Δέρμα μαλακό σαν καλογυαλισμένο από τη ζέστη βούτυρο, λειωμένο. Βούτυρο με μάρμαρο. Κατεβαίνει, ακούω τα τελευταία βήματα στη σκάλα κι έπειτα τον αντίλαλο. Θα μπορούσε να κατεβαίνει για πάντα.
Δεν υπάρχει κανείς εδώ.
Αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζονται τα γκρίζα μούτρα με τις απαιτήσεις τους. Είναι η ώρα που υποτίθεται εμφανίζονται από μια γωνία του σπιτιού, κάνουν έναν πήδο και σταματούν πλάι σου.
"Καλά, θα τα πούμε άλλη στιγμή." Τί να εξηγώ σε ανίδεους. Από περιέργεια ήρθαν.
Τί κοιτάζει έτσι ο παππούς εκεί; Τί κοιτάζεις έτσι εσύ νεαρέ με τη φράτζα; Δεν σου είπα να την ανασηκώσεις λίγο; Δεν βλέπω το κούτελό σου. Αφήστε τα παιχνίδια, δεν ήρθαμε εδώ για πλάκα. Επίκειται απόβαση, έρχονται μαζικά, ιστορίες για άγριους ξυλοδαρμούς, για ακρωτηριασμούς, για τηλέφωνα που χτυπούν μέσα στη νύχτα, μαγνητικά φαινόμενα και ιστορίες, μικροτσιπόζωα, κάντε ότι θέλετε... αυτό είναι το θέμα. Αυτό.
Έτσι θα μιλήσω.
Καθαρά.
Τα γκρίζα μούτρα έρχονται μετά τις πέντε. Είναι ήδη σχεδόν έξη παρά τέταρτο. Έρχονται όπου νάναι. Βαριέμαι, θε μου βαριέμαι. Ακόμη δυο χαμένες ώρες μαζύ τους. Δεν θα θυμάμαι τίποτα μετά. Απολύτως.
Ξαπλώνω και εύχομαι να ήταν ο σερβιτόρος με τα ξανθά μαλλιά ή ένας από το καφενείο, ο καβλιάρης γείτονας με το θολωμένο βλέμμα και ένα πιστόλι στο άλλο χέρι, να με προστατέψει όταν γίνει το κακό και πάνω στον πανικό, κατεβάζει το άλλο χέρι εκεί που φαντάζεσαι, εκεί κάτω, τεντωμένο σα λάστιχο, η γυναίκα του στο μπαλκόνι να γρυλλίζει, εκατό φορές καλύτερα αυτό, παρά αυτό εδώ.
Το τέλειο ερπετό, το γκρίζο δέρμα, νυχάκια περιποιημένα και γαμψά όπως μίας χελώνας. Καλό κι αυτό. Μόνη μαζί με έναν από δαύτους.
HI!
Έχω την βλακώδη τάση να τους μιλώ αγγλικά. Λες και καταλαβαίνουν. Καταλαβαίνουν εδώ που τα λέμε. Καταλαβαίνουν ότι θέλουν. Ξέρουν βέβαια τι θέλουν και ξέρουν πως να το βρουν. Βεβαίως είναι εξοπλισμένοι με αυτά που χρειάζονται και δεν κάθονται να εξηγούν πολλά πολλά. Καθόμουν στο κομμωτήριο, μύριζε παντού βαφή και μου έλεγε η Τάμα ότι έχει κάνει σεξ με ένα γκρίζο ανθρωπάκι στο περβάζι του εξοχικού της κοντά στη λίμνη. Αστείο πράγμα.
Δεν θυμάσαι τίποτα μετά. Σάπια η ιστορία της και τέρμα.
Νάτο, αρχίζει τώρα. Έρχονται κι οι άλλοι που μου τραβούν το ποτό από το χέρι. Πέφτει το ποτήρι, σπάει.
Hello?
Τους μιλώ αγγλικά όπως είπα. Για πλάκα. Γελούν με τον δικό τους τρόπο. Ένας θόρυβος από τη δεξιά μασχάλη του αρχηγού τους και χουχουλίζουν ύστερα κι οι άλλοι με τον ίδιο τρόπο.
Κάπου νομίζω είχα δει μια τέτοια συνάθροιση. Πως κάθονταν όλοι γύρω από ένα χειρουργείο και μελετούσαν τον γήϊνο.
Είμαι τώρα -το συνειδητοποιώ- μια μητέρα μόνη στο διαμέρισμά μου πάνω από τη λεωφόρο με τα πολλά οχήματα σε έντονες αποχρώσεις. Αναδίνονται ατμοί από τα φρεάτια. Ακούγονται ασθενοφόρα και αλαλαγμοί από γκρουπ ανθρώπων. Από τον έκτο όροφο βλέπω καλά στον δρόμο. Αν ήμουν πιο πάνω, θα ήταν δύσκολο. Αν μάλιστα ήμουν στην κορυφή του πύργου, θα έβλεπα μόνο κουκίδες κάτω.
Συνήθως παίζω μουσική τα απογεύματα. Κάθομαι στο πιάνο, το συνδέω με τα ηχεία, πετάω ένα πρόφιτ, ή ένα αναλογικό συνθ, χαϊδεύω τα πλήκτρα, παίζω ηχοχρώματα που ποικίλλουν από Άγρια δύση, Ένιο Μορικόνε, Sticky little fingers, ensalada tropicana, θα μπορούσε να ονομαστεί το τελικό αποτέλεσμα μεταξύ νοσταλγίας, cyber shit και νοσταλγία πιο θολή για κάτι, από σουβλάκι μέχρι βιολογικό υγρό καθαρισμού πατωμάτων, ότι θες περνά από το μυαλό τέτοιες ώρες, μερικές φορές χτυπά το κουδούνι και είναι η Βέρα που έχει γυρίσει νωρίς, πριν τις εννιά, και τότε όλα πρέπει να αλλάξουν ρυθμό και τόνο, να πάψω να σκέφτομαι την εκμετάλλευση και να μην αναλογίζομαι το πως και το γιατί.
Υπεραγαπώ τη Βέρα. Δεν θα την πληγώσω. Προτιμώ να πεθάνω τώρα, παρά να νοιώσει ότι την πρόδωσα.
Αυτό μου ζητούν.
Κάτι συμβαίνει τελευταία και επιμένουν. Θέλουν να αφήσω τα παιχνίδια τους να συμπεριλάβουν και...
Αν τους ξεγελάσω, σκέφτηκα, υιοθετώντας κάποιον από αυτούς του σερβιτόρους απέναντι, ωχ... τρελές ιδέες.
Αν τον καλέσω μια μέρα για ποτό και του ριχτώ την ώρα που έρχονται. Για να μας βρουν παρέα.
Και τότε, ξαφνικά, όσο εκείνος θα τρέμει, θα ανοίξω το στόμα μου διάπλατα, φωνάζοντας ΒΕΡΑ! Θα κάνω ότι δείχνω συνθηματικά πλάι και ίσως πιστέψουν ότι τους παραδίνω την αγαπημένη μου Βέρα.
Πού ξέρουν εκείνοι για μας; Που ξέρουν οτιδήποτε για τις συγγένειες και την αγάπη μου;
Παραδίνοντας τον αδύνατο σερβιτόρο, θα έχω εκπληρώσει την υπόσχεσή μου στη φυλή τους. Όποιος κι αν τους έφερε υπόγραψε συμβόλαια που συμπεριλαμβάνουν πείραμα με διακλαδώσεις, όπου λάχει, σε ξένο σπίτι, σε τάφους, καφετέριες, γιαπιά, μπουρδέλα, σινεμά. Πείραμα 1: το σώμα σε αποσύνθεση, ανασυντίθεται και παραδίδεται στον κάτοχο αφού καταγραφεί πλήρως.
Πείραμα 2: ζητούν την κόρη, τον γυιό, τον πλησιέστερο συγγενή εξ᾽αίματος για σύγκριση.
Πείραμα 3...
Λένε είναι το καλύτερο και άλλες φορές το πιό τρομακτικό. Τέλος πάντων. Θα το δω όταν προκύψει. Ακόμη στο 2. Παραδίνω όπου νάναι κάποιον, κάποιον δικό μου. Εκτός κι αν. Εκτός κι αν την πληρώσει ο καλός άνθρωπος που πάντοτε μισούσα, έβριζα, ήθελα να χτυπήσω για να αγριέψει το πνεύμα του, μπας και γίνει κάτι, να ανοίξει, να βγάλει κλαδιά, μυρουδιές, να γίνει κισσός.
Ας είναι, τώρα όλα έμειναν στο παρελθόν. Οι επιθυμίες δεν έχουν σημασία. Ότι προλάβω να σώσω. Ότι προλάβω να κάνω για να μην πάρουν ότι πιο πολύτιμο.
Θα τους δώσω ότι θέλουν. Χμ.
Monday, May 5, 2008
Με προφυλακτικό. Και δεν φιλάω

Ρε πρέπει να είμαι αλλού ξημερωμένη! Νομιμοποίησε το τέτοιο του και κάθεται στην καρέκλα... μιλάνε όλοι, μιλάει αυτή η ανόητη... λέει ότι η Κίνα διασφαλίζει "επιτέλους" την ηρεμία στο ταξίδι της φλόγας, σσσςς, σιωπή. Στον κόσμο μεγαλώνει το κύμα της αυτόματης αναπαραγωγής: electronic trash...
Χρειάζεται η σκέψη άλλο;
Μα βέβαια! Για να εντοπίσεις το ζητούμενο, στην εξαίσια ροή, χρειάζεται οξυμένη αντίληψη, ικανότητα κριτικής, να κόβει το μάτι.
Θα μου πεις, σιγά Μιράντα...
Γιατί είχα την εντύπωση ότι καταλάβαινα τους ανθρώπους; Γιατί μερικές φορές τους έβλεπα με συμπάθεια; Γιατί δεν καταλάβαινα ότι είναι οι περισσότεροι αυτό που οι αγγλοσάξωνες ονομάζουν "base", με την έννοια που αναφέρεται και στον Σαιξπηρικό στίχο "chok'd with ambition of the meaner sort" (Henry VI, part I), που θα μετέφραζα ως "πνιγμένος από στυγερή φιλοδοξία..." και θα το έλεγα αυτό για τον ψηλό που μένει πιό πάνω και πέρασε χαμογελώντας... χαμόγελο γνώσης ήταν- σίγουρος πως όλοι θα πληροφορήθηκαν το κατόρθωμά του. Εγώ δεν ήξερα τίποτα, αλλά μου το ψιθύρισε ο μαγαζάτορας από κάτω: "αγόρασε ένα μαγαζί στη Γλυφάδα.... άστα, ένα μαγαζί..."
Μόνο που δεν σταυροκοπιόταν από θαυμασμό απέναντι στον ψηλέα που μου κάθεται στο στομάχι, όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά γιατί ανταποκρίνεται πλήρως στη λίστα των ιδιοτήτων ενός ελαφρολαϊκού καουμπόϊ. Θα μπορούσα κι εγώ ως στερεοτυπική και επιτρέψτε μου, ξαναμμένη σκύλα, να τον επιλέξω και δεν θα έφταιγε κανείς, μόνο οι ορμόνες μας και η έλλειψη ανασταλτικού μηχανισμού... ο οποίος σημειωτέον, αν υπήρχε ο γαμιόλης, ναι, τώρα βρίζω, επιτρέψτε μου να μιλήσω ανοιχτά, αν ο γαμιόλης ο μηχανισμός που λέγεται "κριτική", αν λέω, αν, αν υπήρχε, τότε πιθανά θα κοντοστεκόμουν και δεν θα έπεφτα με τα μπούτια ορθάνοιχτα πάνω στο δίμετρο αρσενικό με τη χαίτη και το θεληματικό χαμόγελο. Μαλλιαρό γομάρι, μυρίζει μόσχο. Ας μην ξεχνάμε πως αγόρασε και "ένα φοβερό μαγαζί στη Γλυφάδα".
Εντάξει λοιπόν, ο τύπος ανταποκρίνεται πλήρως στις προδιαγραφές. Έλα που μόνο να τον γαμίσω θέλω και τίποτε άλλο. Είναι περίεργο; Αν δεν το παραδεχόμουν θα ήμουν σκρόφα.
Έχοντας όμως εξαφανίσει την στερεοτυπική ξανθειά μέσα μου, κυκλοφορώ παντού μελαχροινή και κανείς δεν υποψιάζεται την βαθύτερη γνώση μου για τις επιθυμίες, γνώση από πρώτο χέρι καθώς οι ορμόνες είναι παρούσες και βέβαια υπό έλεγχο... κοιτάζω λοιπόν τον αποκάτω μου μαγαζάτορα και κόβω στη μέση την προηγούμενη ευγενική κουβέντα -όπου του έδινα συμβουλές πως να ρίξει την πίεση- κι αρχίζω ένα χέσιμο!
Γιατί ο μαλάκας τόλμησε να μου πει ότι δεν βγαίνει καν. Ακούς εκεί! Όπως κάνουν συνήθως όλοι οι έμποροι. Δεν βγαίνουν. Τέρμα. Γαμιόληδες. Δεν βγαίνουν.
"Ε, να το κλείσουμε τότε το μαγαζί!" του κάνω κι εγώ. "Σε τελευταία ανάλυση, άμα δεν βγαίνεις εσύ, εδώ, έτσι όπως καταντήσατε την περιοχή..."
Παντού παρκάρουν, όλα τα πεζοδρόμια πιασμένα.
Ακόμη μια από αυτές τις γραφικές, πρώην λούμπεν, πρώην υποβαθμισμένες γωνιές όπου οι χώστες αχ, αγωνίζονται να τα πιάσουν κι ας μην έχουν οι περισσότεροι ιδέα για τον αιθέρα: τί ξέρετε μουνιά για τα κβάντα, το νόημα της ύπαρξης- μαλακία λέει η αλχημεία;
Να συνεχίσω;
Το μόνο που καταλαβαίνουν τα συμπαθητικά λαμόγια είναι ένα αναπήδημα στην κοιλιά. Είναι ευαίσθητα παιδιά. Όπως όλα τα ζωντανά και έμβια, νοιώθουν τον πόνο και την πείνα. Νοιώθουν το χάδι κλπ Όμως τον σημαντικό βορβορυγμό τον καταλαβαίνουν μόνο αυτοί. Αποτελεί εν τούτοις κοινό τόπο στην πιάτσα. Η ζωή της πόλης πάλλεται στον υπόκωφο ρυθμό. Στο βάθος του συστήματος, κάτι γουργουρίζει όταν βρίσκονται κοντά σε λεία. Σιγά ρε να μην έχουν σχέση με το νόημα.
Η γλώσσα τους είναι απλά μιλιά. Δεν εννοεί τίποτα.
Ούτε καν χέστηκαν για τα πολιτικά του Αριστοτέλη. Όχι πως ερωτεύτηκα τον super Aristote! Αντίθετα, πάντα ήμουν μια ονειροπόλα ψυχή, μια πλανεμένη κόρη της λυρικής ενατένισης, με έτρωγε ένας ατόφιος πλατωνισμός που με κούρασε καθώς έτεινε στην ακαμψία του ιδεαλισμού κι έτσι με πολλή δουλειά, μέσα από τον ρωμαντισμό (επίτηδες το γράφω έτσι, να μην μπλέκεται με τον σεντιμενταλισμό) πλαγιοκοπώντας, κάτι υποψιάστηκα για τον Δημόκριτο, τους προσωκρατικούς και την κρυμμένη παράδοση του πνευματικού υλισμού. Τη σχέση με το Θιβέτ και τους εξωγήινους.
Πάντα στο βάθος ελλοχεύει το άτομο και πιό πίσω το αβαρές, τα φωτεινά πνεύματα που δεν άφησαν μαρτυρίες, που έσβησαν ως ρόδα, έχοντας χαρίσει την απέριττη ομορφιά τους σε όσα μάτια τους αντίκρυσαν ένα απόγευμα, σε μια περιπλάνηση... Μιλώ για τους ολιστικούς διανοητές χωρίς απογόνους ή γνωστό έργο. Αλλά και για τους λιγώτερο γνωστούς φιλοσόφους, τους Γνωστικούς και τους υλιστές που αποσιωπήθηκαν. Αναζητήστε τους στο διαδίκτυο, ή αναζητήστε το πνεύμα τους αλλού, στις έρευνες του Shauberger, στις υδάτινες σπείρες που με μόνη την ομορφιά παράγουν κοσμική ενέργεια. Λέω τώρα, λέω περίπου όλα όσα θέλω να ακούσω -για να μην σκέφτομαι αυτούς με τα μάτια βοοειδούς σε βιομηχανική φάρμα, ή τους άλλους με τα μάτια που σπινθηρίζουν από ηλίθια χαρά. Chok'd with ambition of the meanest sort, με τα χαμηλά τους ένστικτα και την απαίσια στυγερή φιλοδοξία... συμπαθητικοί, συνηθισμένοι, εργατικοί, φιλήσυχοι, προσαρμοσμένοι στην πραγματικότητα άνθρωποι... επαγγελματίες, επιτηδευματίες, αγαπημένε παππού Σουφλιά με το νόμιμο παράνομο, ειδική αφιέρωση στον μαγαζάτορα από κάτω που μπήκε μέσα πολλά ευρώ, τον ψηλό που ευχαρίστως θα...
Με προφυλακτικό. Και δεν φιλάω.
Εννοώ εσένα μαλάκα.
Θέλω...
Όχι, τίποτα.
Subscribe to:
Posts (Atom)
Πηγή έμπνευσης: http://www.tvxs.gr/v12751
Το παρακάτω άρθρο αποτελεί ακόμη μια προσφορά στο μέλλον της πατρίδας μας (heimat)
Εμβόλιμη εισαγωγή/σύνοψη:
Βρίσκω αλλού ξημερωμένο όποιον δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη της βιωματικής σύνδεσης ανάμεσα στον τραγουδοποιό ή λαϊκό μουσικό και τον κόσμο. Η Lhasa τραγουδά σε δυο τρεις γλώσσες, αλλά είναι όλες δικές της, έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτές τις γλώσσες. Από την άλλη, η Αρβανιτάκη για παράδειγμα αγγίζει πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Γιατί; Μα βέβαια, επειδή δεν μαϊμουδίζει, αλλά έχει αυθεντική φωνή που συχνά υπερβαίνει τα γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, κάτι που ισχύει για κάθε μουσικό που έχει τα πόδια του στη γη, στο συγκεκριμένο, σε κάποιο πραγματικό τόπο. Από μια τέτοια στέρεη βάση μπορείς να ξεκινήσεις για να κάνεις όλων των ειδών τα πειράματα, αλλά προϋπόθεση είναι να αναγνωρίσεις το έδαφος όπου πατάς. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμπώματα μιμητισμού, ναρκισιστικά πειράματα στο κενό.
...Λοιπόν, συνήθως δεν γίνομαι bitchy,
αλλά, επειδή έχει παραγίνει το πράγμα με την φόρα γε-γε των πολιτισμικών παραγωγών με όνειρα διεθνούς μεγαλείου (optional κομπολόϊ ή φράτζα) που χουρχουρίζουν ανοιχτόστομα καταπίνοντας το τελευταίο αφόδευμα του ΝΜΕ* αν βγαίνει ακόμα η χαζοφυλλάδα και καταντήσαμε τη Μόνικα ανίκανη να ψελλίσει το όνομά της χωρίς proforah... ήθελα να σας πω ότι τα αγγλοκεντρικά γκρουπάκια ψιλοανακατέβουν τη σούπα των υπολειμμάτων από τις προηγούμενες δεκαετίες της naive έκφρασης (λουλούδια, από τ'αυτιά ως την κωλότσεπη του Μόρισσι...), όταν ακόμη η κουλτούρα έβγαινε κυρίως από την μεταμοντέρνα Δύση και νομίζαμε ότι αυτή η μαυρίλα, η παραφορά, η θλίψη που ψυχανεμιζόταν το τέλος της ηγεμονίας της, αποτελούσε κοσμικό επιφαινόμενο, αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν "universal".
Η ποπ κουλτούρα βεβαίως βεβαίως, αργοπορώντας όσο έμενε κυρίαρχη η ΤV και με απίστευτη επιτάχυνση (να μη σκεφτώ καν τι γίνεται πια, στα χρόνια του Web2), έφτασε αισίως στον τοίχο του φυσικού ήχου, στον θόρυβο, στην απρόσωπη κυβερνοποπ, στα τυχαία ηχητικά συμβάντα... ξεπήδησαν οι πραγματικά ζωντανές και αυτονομημένες σκηνές fusion από την Βαρκελώνη μέχρι τη Λαχώρη και το Τόκυο. Πήρε φωτιά το τοπίο, εξατμίστηκε όλο. Και κολυμπάμε πια σε αυτό το ψυχονέφος... κολυμπάμε δίχως υποχρεώσεις σε άλλον πέρα από τη συνείδησή μας, σίγουρα δίχως σιγουριά, δίχως γνώση που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση.
Έρχονται τώρα καθυστερημένα κάποιοι νοσταλγοί του μαζικού ροκ και της αυθεντίας... (οι λάτρεις του μπλε χαπιού) να μας πουλήσουν φούμαρα για μεταξωτές κορδέλλες. Nice old expression. Το ίδιο κάνουν και τα έμο υβρίδια, δεν λέω. Αρσενικό και θηλυκό, γιν γιαν. Nαι, ήθελα λοιπόν να πω, ότι it's OK, όποιος θέλει να πληρώσει για να χαζέψει τους περιφερόμενους με το τελευταίο χιτάκι, σιντάκι, ποντκαστάκι κλπ, ...it's OK, όποιος θέλει θα το κάνει και θα κατεβάσει και μερικές μπύρες και από κει και πέρα θα του αρέσει ότι κι αν κουδουνίζει μέσα στα αυτιά του, όπως γινόταν πάντα. Όμως, μη μας ζαλίζετε άλλο με το τελευταίο trend se agglikia glwssa... υπερθεματίζοντας αναίσχυντα! Γιατί εκεί που βρεθήκαμε ο κόσμος σήμερα... Τί αξίζει να ακούει κανείς;
Τί, πώς, πού...
Αφού μπορεί να κάνει remix κανείς την ίδια του τη ζωή, σερφάροντας στα δαιδαλώδη φιορδ με Σομαλούς και άλλους πειρατές, μαθαίνοντας καθημερινά κόλπα και ρουφώντας την μεμοραμπίλια που σέρνεται άπλετη στο διαδίκτυο: να βρίσκεται με τους φίλους του (επιτρέψτε μου: Gal Kosta, Shostakovich, Bliki Circus, Edgard Varèse, 武満徹, Henryk Górecki, Nusrat Fateh Ali Khan u know what I mean) ή μόνη/ος, με ένα καλό ζευγάρι ηχεία και να απολαμβάνει σύμμεικτα περιβάλλοντα, βιολογικών φρούτων με κρασί, πνοές φρέσκου αέρα, ησυχίας, ένα κίτρινο βιβλίο μέχρι να δύσει ο ήλιος και άμα λάχει, έναν υπνάκο, ακόμη και γιόγκα.
Κοινώς,
το τί σαρώνει την υφήλιο (πέρα από τη βλακεία),
το τι είναι διάφανο με υψηλές προδιαγραφές (πέρα από την κουνουπιέρα μου),
το τι αποτελεί ρευστό μεθυστικό ρόφημα (πέρα από το τσάι Ντε Νι) και
το τι είναι ασεβές (πέρα από την άρνηση να παραμυθιαστούμε κατά παραγγελία),
τα τέσσερα ως άνω και πολλά άλλα, αποτελούν σειρά ερωτημάτων που επιδέχονται πολλαπλές λύσεις, κατά τρόπο που αν ήταν πολυώνυμο δεν θα είχε απαραίτητα γραφική παράσταση συγκλίνουσα στα γκισέ κάποιου διασκεδαστηρίου ή άλλης νυχτερινής πίστας.
Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά, καλή προσγείωση στα έπεα**.
*νάσιοναλ μιούζικαλ εξπρές
**πτερόεντα
Εμβόλιμη εισαγωγή/σύνοψη:
Βρίσκω αλλού ξημερωμένο όποιον δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη της βιωματικής σύνδεσης ανάμεσα στον τραγουδοποιό ή λαϊκό μουσικό και τον κόσμο. Η Lhasa τραγουδά σε δυο τρεις γλώσσες, αλλά είναι όλες δικές της, έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτές τις γλώσσες. Από την άλλη, η Αρβανιτάκη για παράδειγμα αγγίζει πολλούς ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Γιατί; Μα βέβαια, επειδή δεν μαϊμουδίζει, αλλά έχει αυθεντική φωνή που συχνά υπερβαίνει τα γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, κάτι που ισχύει για κάθε μουσικό που έχει τα πόδια του στη γη, στο συγκεκριμένο, σε κάποιο πραγματικό τόπο. Από μια τέτοια στέρεη βάση μπορείς να ξεκινήσεις για να κάνεις όλων των ειδών τα πειράματα, αλλά προϋπόθεση είναι να αναγνωρίσεις το έδαφος όπου πατάς. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμπώματα μιμητισμού, ναρκισιστικά πειράματα στο κενό.
...Λοιπόν, συνήθως δεν γίνομαι bitchy,
αλλά, επειδή έχει παραγίνει το πράγμα με την φόρα γε-γε των πολιτισμικών παραγωγών με όνειρα διεθνούς μεγαλείου (optional κομπολόϊ ή φράτζα) που χουρχουρίζουν ανοιχτόστομα καταπίνοντας το τελευταίο αφόδευμα του ΝΜΕ* αν βγαίνει ακόμα η χαζοφυλλάδα και καταντήσαμε τη Μόνικα ανίκανη να ψελλίσει το όνομά της χωρίς proforah... ήθελα να σας πω ότι τα αγγλοκεντρικά γκρουπάκια ψιλοανακατέβουν τη σούπα των υπολειμμάτων από τις προηγούμενες δεκαετίες της naive έκφρασης (λουλούδια, από τ'αυτιά ως την κωλότσεπη του Μόρισσι...), όταν ακόμη η κουλτούρα έβγαινε κυρίως από την μεταμοντέρνα Δύση και νομίζαμε ότι αυτή η μαυρίλα, η παραφορά, η θλίψη που ψυχανεμιζόταν το τέλος της ηγεμονίας της, αποτελούσε κοσμικό επιφαινόμενο, αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν "universal".
Η ποπ κουλτούρα βεβαίως βεβαίως, αργοπορώντας όσο έμενε κυρίαρχη η ΤV και με απίστευτη επιτάχυνση (να μη σκεφτώ καν τι γίνεται πια, στα χρόνια του Web2), έφτασε αισίως στον τοίχο του φυσικού ήχου, στον θόρυβο, στην απρόσωπη κυβερνοποπ, στα τυχαία ηχητικά συμβάντα... ξεπήδησαν οι πραγματικά ζωντανές και αυτονομημένες σκηνές fusion από την Βαρκελώνη μέχρι τη Λαχώρη και το Τόκυο. Πήρε φωτιά το τοπίο, εξατμίστηκε όλο. Και κολυμπάμε πια σε αυτό το ψυχονέφος... κολυμπάμε δίχως υποχρεώσεις σε άλλον πέρα από τη συνείδησή μας, σίγουρα δίχως σιγουριά, δίχως γνώση που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση.
Έρχονται τώρα καθυστερημένα κάποιοι νοσταλγοί του μαζικού ροκ και της αυθεντίας... (οι λάτρεις του μπλε χαπιού) να μας πουλήσουν φούμαρα για μεταξωτές κορδέλλες. Nice old expression. Το ίδιο κάνουν και τα έμο υβρίδια, δεν λέω. Αρσενικό και θηλυκό, γιν γιαν. Nαι, ήθελα λοιπόν να πω, ότι it's OK, όποιος θέλει να πληρώσει για να χαζέψει τους περιφερόμενους με το τελευταίο χιτάκι, σιντάκι, ποντκαστάκι κλπ, ...it's OK, όποιος θέλει θα το κάνει και θα κατεβάσει και μερικές μπύρες και από κει και πέρα θα του αρέσει ότι κι αν κουδουνίζει μέσα στα αυτιά του, όπως γινόταν πάντα. Όμως, μη μας ζαλίζετε άλλο με το τελευταίο trend se agglikia glwssa... υπερθεματίζοντας αναίσχυντα! Γιατί εκεί που βρεθήκαμε ο κόσμος σήμερα... Τί αξίζει να ακούει κανείς;
Τί, πώς, πού...
Αφού μπορεί να κάνει remix κανείς την ίδια του τη ζωή, σερφάροντας στα δαιδαλώδη φιορδ με Σομαλούς και άλλους πειρατές, μαθαίνοντας καθημερινά κόλπα και ρουφώντας την μεμοραμπίλια που σέρνεται άπλετη στο διαδίκτυο: να βρίσκεται με τους φίλους του (επιτρέψτε μου: Gal Kosta, Shostakovich, Bliki Circus, Edgard Varèse, 武満徹, Henryk Górecki, Nusrat Fateh Ali Khan u know what I mean) ή μόνη/ος, με ένα καλό ζευγάρι ηχεία και να απολαμβάνει σύμμεικτα περιβάλλοντα, βιολογικών φρούτων με κρασί, πνοές φρέσκου αέρα, ησυχίας, ένα κίτρινο βιβλίο μέχρι να δύσει ο ήλιος και άμα λάχει, έναν υπνάκο, ακόμη και γιόγκα.
Κοινώς,
το τί σαρώνει την υφήλιο (πέρα από τη βλακεία),
το τι είναι διάφανο με υψηλές προδιαγραφές (πέρα από την κουνουπιέρα μου),
το τι αποτελεί ρευστό μεθυστικό ρόφημα (πέρα από το τσάι Ντε Νι) και
το τι είναι ασεβές (πέρα από την άρνηση να παραμυθιαστούμε κατά παραγγελία),
τα τέσσερα ως άνω και πολλά άλλα, αποτελούν σειρά ερωτημάτων που επιδέχονται πολλαπλές λύσεις, κατά τρόπο που αν ήταν πολυώνυμο δεν θα είχε απαραίτητα γραφική παράσταση συγκλίνουσα στα γκισέ κάποιου διασκεδαστηρίου ή άλλης νυχτερινής πίστας.
Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά, καλή προσγείωση στα έπεα**.
*νάσιοναλ μιούζικαλ εξπρές
**πτερόεντα

