
Είπε:
Θέ μου κουράστηκα. Έσκυψα στο αυτί της μητέρας μου. Μη λυπάσαι.
Έβλεπα τον χρόνο να μας περιθωριοποιεί -συνένοχοι της ιστορίας μας, ή μόνοι;
Μην κλαις. Δεν έκλαιγε.
Είχε μια τάση να κουτσαίνει. Από τότε που έτυχε να αφορμήσει το παλιό κάταγμα, μιας νεαρής που σκόνταψε στην οδό Τρώων. Ανέμελη, αγαθή, ιεροποιημένη από τις μέρες. Και βαρετή,
μικρή νοικοκυρά,
εγκλωβισμένη
Ελληνίδα.
Πήρα ανάσα και της έγνεψα. Όλα είναι μια χαρά! Να, σκέφτομαι, σχεδιάζω το καλό για όλους μας και οι νέοι κάτι θα έχουν να ωφεληθούν από όσα μάθαμε.
Την είδα να θυμάται. Μαύρισε το μάτι της -έχει μείνει βαθύ
Όσο στενεύει ο ορίζοντας, ο χρόνος. Θυμάται το παιδί.
Μια μηχανή στη Μεσογείων -τέρμα.
Απ' τα συντρίμμια, τρία ζευγάρια χέρια σκάλιζαν καιρό να ανασύρουν κάτι. Άντε να γίνει πάλι Άνοιξη, άντε να ξημερώσει, να φύγω, να γυρίσω, να φάμε μαζί μια Κυριακή. Τίποτα.
Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά και της είπα: να κάνεις τις ασκήσεις σου μπας και, ...να μη φοράς κλειστά παπούτσια.

